ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ

(Από το βιβλίο Μύθος ρεμπέτικος- Μάρκος Βαμβακάρης)

ΠΡΟΛΟΓΟΣ TOY ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ


Εγκολπιον για τον Μάρκο

Στο χωρίο, είχαμε στην Κατοχή!
δυο γραμμόφωνα.
Ένα με χωνί
και βαλιτσάκι τ 'άλλο.
Μαζί, δυο τρεις ντάνες δίσκους,
κυρίως δημοτικούς,
Κκρί μέσα είχαν ξεπέσει
δυο τρεις κλασικοί —
«Βαρκαρόλα απ' τα παραμύθια ίου Όφμαν»,
του Όφενμπαχ,
και βαλσάκια και ταγκουδάκια κι ένα δυο ρεμπέτικα,
Οκτώ χρονώ παιδάκι εκούρδιζα εκείνο με το χωνί
το 'βγαζα στο μπαλκόνι κι άκουγα;
«Κάθε βραδάκι μια φωτιά
το στήθος μου φουντώνει
κι αδιάκοπα με τυραννούν
πίκρες, καημοί και πόνοι»
Ήσανε τότε τα άγρια γυρίσματα του Εμφύλιου.
Στρατοδικεία, ανταρτοδικεία . Εκτελέσεις.
Φυλακές . Εξορίες.
Για το τίποτα έχανε το σκυλί τον αφέντη.
Για ένα στραβοκατούρημα, έχανες τη ζωή σου
Κι ελόγου μου, πoυ είχα λόγους να είμαι βασανισμένος
στην τρυφερή ηλικία των οκτώ χρονών,
ααν εγύριζε η βελόνα στο γραμμόφωνο,
προς το τέλος.,,
«Τέτοια ζωή με βάσανα
κανένας δεν την έχει
να τρέχουνε τα μάτια μου
σαν την βροχή που βρέχει»
...αμολυόντουσαν βρύσες και τα δάκρυά μου
Σαν οι μέρες κύλαγαν καμμάτι καλύτερες,
ακούγαμε «Βαρκαρόλα-
Κι από μετά,
η εσωτερική μετανάστεψη
Τρένο. Λίγο ψωμάκι και τυράκι στην πετσέτα
Στο άστυ,
Πότε στις ταράτσες – πλυσταριά
Πότε σε αυλές θαυμάτων.
Εβρίσκαμε ένα δωμάτιο
στρατοπεδεύαμε την τύχη μας.
Δουλειά στο ταβερνείον «Ευντριβάνι»,
Φωκίωνος Νέγρη
νυχτερινό Γυμνάσιο,
συρμαγές τον ποδαριού.
Δεν θυμούμαι πια καλά.
Στον «Κήπο του Αλλάχ» τον άκουσα.
προς Αιγάλεω μεριά
Στο ποτάμι δίπλα.
Κι αρχίζει το ψάξιμο των δίσκων
και το σαράκι μου για τον Συριανό
Κουράγιο και καρτέριο,
Σ’εκείνους τους δύσκολους μετεμφυλιακούς καιρούς
Και πέρασμα στα μακάμια,
από τo μεράκι στον πολιτισμό,
που αφειδώλευτα εσκόρπισεν
ετούτος των Ελλήνων Μπροστάρης


Γιώργης Χριστοφιλάκης
 

Δικός του ο λόγος

Το 1909 µε βρέσκει
πέντε χρονώ παιδάκι.
Ήµουνα από τότες κιµπάρης.
Σφιχτοδεµένος.
Είχα πρώιµη ανάπτυξη.
Παρατήραγα δεξιά αριστερά.
Σφουγγάρι. Τα µάτια µου
αρπάχνανε. Εβύζαιναν παντού.
Έστηνα τ' αυτί κι άκουγα,
εκεί που μιλούσαν οι γέροι,
οι σοφότεροι. Να μασώ την γλώσσα.
Μου αρένανε ν' ακώ κουβέντες.
Όταν ιστορούσανε.
Άκουγα. Κι ό,τι λέγανε τα κράτηγα.
Μου αρένανε τα μυστήρια του ντουνιά.
Επάγαινα στις γκάιντες,
εκεί που τραγουδάγανε.
Το κάθε ξηµέρωµα µ' έβρισκε στο πόδι.
Από ρουχαλάκια, δεν είχαµε,
μπαλωµένα φορήγαµε.
Παπούτσια ούτε για δείγµα.
Διπλοβελονιά ντουσέκι το παλιοπαντελονάκι.
Και µονοφόρι.
Κι αν ξέπεφτε κανένα παλιοπάπουτσο,
το 'ραβα µε κερωµένο γκιούλι για να µη σπάει.
Εχανόµουνε στα χωράφια ξιπολησιάς.
Και τα κανιά µου γιοµάτα σηµάδια.
Έβρεχε και πιλάλαγα στη βροχή.
Έπεφτε µπόρα, δεν µ' απάνταγε.
Τα 'βαζα µε τα στοιχειά της φύσης.
Βούταγα µια βάρκα
και κοντραριζόµουνα µε τα κύµατα.
Την άνοιξη φούσκωνε η ψυχή µου.
Εκαθόµουνα µε τις ώρες στις πλευρές
κι άκουγα τα λουλούδια που έσκαζαν.
Είχα µονίµως µια φούντωση,.
Έτσι ενθυµούµαι.
Πέντε χρονώ, µ' έστειλε ο πατέρας σχολείο.
Από το υστέρηµα του µ' αγόρασε ποδιά.
Ετότες φορήγαµε ποδιές. Αλατζαδένιες.
Υπήρχαν και τα ντρίλια.
Κι ήµαστε όλα τα παιδιά µια κοψιά.
Λόγω στολής.
Τα γράµµατα τ' αγάπησα,
τα 'παιρνα στον αέρα.
Επήγα στο σχολείο. Ξύλινα θρανία. Κι ένας πίνακας.
Κιµωλίες µε το δελτίο,
πιο ακριβές κι απ' το γαρούφαλο.
Βιβλία δεν είχαµε.
Το µάθηµα τ' αρπάζαµε από το στόµα του δάσκαλου.
Μόλις τελείωνα µε την διδασκαλία,
ξαµολιόµουνα στα χωράφια
και έλεγα µεγαλοφώνως τι άκουσα.
Το 'λεγα πολλές φορές.
Αφού φχαριστιόµουνα, το ξανάρχιζα
κι έβαζα και δικά µου µέσα.
Ό,τι µου 'ρχότανε.
Το µεγάλωνα.
Άµα µου άρεσε µια λέξη, µια φράση,
την έλεγα και την ξανάλεγα.
Κι όταν µε σήκωνε στο µάθηµα,
του ξηγιόµουνα αβέρτα.
Εκεί όµως που πάθαινα µεγάλη ζηµιά
ήταν µε τον Πάρι και την ωραία Ελένη.
Τον Αγαµέµνονα. Ξέρξη. Δαρείο.
Τους Άθλους του Ηρακλέους.
Όπου εοτεκόµουνα, αυτούς τους πατριώτες
τους έβλεπα οµπρός µου.
Και τις ναυµαχίες.
Με πρώτη εκείνη που έλαβε χώρα στή Σαλαµίνα.
Ετούτοι οι πρόγονοι πολύ µε συγκίνησαν.
Ταίριαξαν µε την ψυχή µου.
Ο δάσκαλος καταλάβαινε τι αντάρα
γινόταν µέσα µου και µε είχε περί πολλού.
Ήµαστε ζόρικοι.
Αλλά σ' εµένα δεν σήκωσε ποτές χέρι.
Γιατί είχα έρωτα στα γράµµατα.
Τους άλλους τους µούρλαινε στις φάπες.
Τους διάταξε, ο καθένας να φέρνει τη βέργα του.
Και µε την βέργα του τον έδερνε.
Να και τούτη, να και κείνη.
Και του καρούλιαζε τα χέρια.
Όταν έµαθα την αλφαβήτα,
γιόµισαν τα µάτια µου δάκρυα.
Μου κονόµησε ο πατέρας ένα µολύβι.
Εβρήκα κι ένα χαρτί άσπρο
κι άρχισα να συνταιριάζω τις πρώτες λέξεις.
Τις έγραφα και µετά τις διάβαζα φωναχτά.
Τι δε θα 'δινα να θυµηθώ την πρώτη λέξη που 'γραψα.
Αλάφρωσε η ψυχή µου από την φούντωση.
Τα γράµµατα µου παίρναν την στενοχώρια.
Από µικρό παιδάκι στα βάσανα.
Έβλεπα τον πατέρα µου να δουλεύει,
να κουράζεται. Αλλά το ψωµί δεν έφτανε.
Πώς να θρέψει τρία παιδιά;
Κι η µάνα µου µαρτύρησε να µας αναστήσει.
Είχα κλίση στα γράµµατα.
Κι όταν φτάσαµε σ' εκείνους, Βυζάντιο και τα ρέστα,
ξανάπαθα ζηµιά.
Όλους εκείνους τους αυτοκρατόρους,
Κωνσταντινούπολη, Αγία Σοφιά.
Έπεφτα να πλαγιάσω, αλλά πού ύπνος.
Τα 'παιρνα απ' το δάσκαλο
και τα 'φερνα στον ύπνο. Συντροφία.
Ξαγρύπναγα και τα 'βλεπα.
Κοιµόµανε και 'ρχόσανε στα όνειρα.
Βυζάντιο. Η άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως.
Εσηκωνόµουνε ως υπνοβάτης
και ξέβγαινα όξω τες νύχτες,
µπας και τους συναντήσω.
Κι όλο ρώταγα το δάσκαλο
εκείνα που σκεφτόµουνα, να πάρω απαντήσεις.
Αλλά δεν κράτησα πολύ τα γράµµατα.
Πριν τελειώσω την τέταρτη τάξη, το 1912,
επήραν τον πατέρα µου στρατιώτη
και άφησα το σχολείο
για να πάµε µε τη µάνα µου σε δουλειά.
Τρία µωρά στο σβέρκο. Εµένα.
Τον Λεονάρδο.
Και τον Φραγκίσκο.
Ήµανε ο µεγαλύτερος. Κι ήπρεπε να κονοµάµε.
Από δουλειά σε δουλειά,
εγίνηκα κι εφηµεριδοπώλης.
Εξέκλεφτα χρόνο στις γωνιές
και κλεφτά εδιάβαζα τα µεγάλα γράµµατα.
Τους τίτλους.
Κι εµάθαινα τα γραµµατάκια.
Και τα καλλιεργούσα όπως όπως».

Το πάτηµα και η πενιά

Είκοσι χρονώ έπιασε το όργανο.
Στο άψε σβήσε έγινε ασυναγώνιστος.
Στα τριάντα του είχε φουλ σοδειά,
που την γραµµοφώνησε αργότερα.
Το µπουζούκι δεν το µακέλευε.
.εν του έκαµνε τσιριµόνιες.
Το σεβόταν.
Και το όργανο σεβότουνε τον Μάρκο.
Μιλάγανε τους ίδιους δρόµους.
Τους έδενε η γλώσσα της ανάγκης.
Στα ίσια και στα ζόρικα. Και σεµνά.
«Το µπουζούκι είναι αριστερό πόδι και δεξί χέρι.
Το πάτηµα και η πενιά».
Την σήµερον, το αριστερό χέρι
πάνω στο τάστο έχει εξευτελίσει
το ζεϊµπέκικο.
Όταν ο Μάρκος έκαµνε ταξίµι,
τ' αριστερό χέρι κράταγε τα µπεζεστένια
κι απ' το δεξί χέρι εξεπήδαγεν η µαγεία της πενιάς.
Τα όργανα του τα 'σιαχνε ο Ζοζέφ.
Και σ' αυτόν τα πάγαινε για ξεσκέβρωµα. Για µερεµέτια.
«Το δυσκολότερο είναι να ταιριάξουν τη µεσαία χορδή, το Λα.
Εκεί είναι το µυστήριο»,
µου 'λεγε και µου ξανάλεγε.
«Όταν πατάς στην κόρδα του Λα να βγάλεις το Ρε, να είναι ο ίδιος σένιος ήχος».
Κι έτσι µπήκα στο χαβά.
Σιγά σιγά µου έµαθε τους δρόµους. Τα µακάµια. Και µετά τα πατήµατα.
Μου 'δείχνε και κουρδίσµατα.
Το αραµπιέν. Το καραντουζένι.
Αλλά δεν µπόρεσα να τα µάθω,
να τα πάρω µέσα µου.
Τα ξέχασα.
Τα τραγούδια τα 'γραφε σε τετράδια.
Και τα τελευταία χρόνια όπου έβρισκε.
Μέσα στα στιχάκια ανάσαινε η γλώσσα του ντουνιά.
Σειόνταν τα βάσανα.
Όλος ο βίος του.
«Ωραίο τραγούδι αυτό, Γιώργη. Της στενοχώριας...»
Έγραφε τα τραγουδάκια
και µετά τους πέρναγε τη µουσική µε το όργανο.
Και τα τραγούδαγε. Χατζαράτα. Χράπ. Μια κι έξω.
«Κοντραµπάσο» τον έλεγαν.
Επάγαινε για γραµµοφώνηση
και µια κι έξω το τραγούδι.
Ενίοτε χόρευε.
Τα γιουρούκικα .
Αυτά τα γιουρούκικα τα εχορεύανε οι Γιουρούκοι.
Σε τεµέκ µέσα.
Ο ένας πίσω από τον άλλονα,
ως σαρανταποδαρούσα.
Ο πρωτοχορευτής στην έξαρση του πάθους
εκράδαινε µάχαιραν.
Χαράκωνε την κοιλίαν του
και έβγαζε τ' άντερα και τα κράτηγε στα χέρια.
Έτσι τέλειωνε τον χορό.
Μετά ρεβότανε
και σε τέσσερις µέρες γινότανε περδίκι ξανά.
Το «Μάνα µου µε σκοτώαανε»
είναι άσος γιουρούκικο.
Στον καµηλιέρικο ήτο βέρτζινος
ο µπάρµπα- Γιάννης Παπαϊωάννου.
Τους είδα να χορεύουν και τους δυο.
Όσοι νοµίζουν ότι χορεύουν την σήµερον
τον ζεϊµπέκικο χρωστούνε της Μιχαλούς.
Όταν τέλειωνε ένα τραγούδι,
πριν το βγάλει στην πιάτσα,
το 'παιζε στο πάλκο
να το χορέψει ο Γαρίζας.
Ήτο λουλουδάς.
Ελόγου του εχόρευε το ζεϊµπέκικο
στο ποτήρι.
Μετά το πέρας, του 'λεγε,
«Πάει;»
Αν τ' απάνταγε «πάει»,
καλώς είχεν.
Αν δεν του πήγαινε στα πόδια
του Γαρίζα,
το ξαναµάζευε µέσα
και το ξαναδούλευε ή το ξέχναγε
και πάγαινε παρακάτου.
Είχε το πεντάπτυχον,
δώρον εκ Θεού και Ψυχής:
— Έγραφε τα τραγούδια
— Τους έβανε µουσική
— Τα 'παιζε στο όργανο
— Τα τραγούδαγε
— Και τα χόρευε...
Εκαθόµουνα πιτσιρής δίπλα στο λουλουδά
κι ο Μάρκος έπαιζε το
«Σκύλαµ' έκανες και λιώνω».
«Ωραίο ζεϊµπέκικο αυτό» , τόλµησα.
Κι ο Χαρίλαος:
«Αυτό, παιδί µου, δεν είναι ζεϊµπέκικο.
Είναι ζεϊµπεκάρα».

Ο Περαίας

Είκοσι χρόνων παιδίον
γνωρίζει τον Περαία.
Στα 1925.
Ο πατέρας είχε φίλο
τον Νίκο Αϊβαλιώτη.
Έπαιζε µπουζούκι.
Άκουσε το όργανο
κι ορκίστηκε αν δεν το µάθει
να κόψει το χέρι του.
πέντε χρόνια είχε γίνει ξεφτέρι.
Όχι σε δεξιοτεχνία,
αυτό έρχεται δεύτερο.
Έδωκε ψυχή στον ήχο.
Έκλεισε µέσα στο τρίχορδον
τα όσα του έταξε η µοίρα.
Το 'ψαξε. Το 'µαθε. Το ανακάλυψε.
Του παραδόθηκε και το κατάχτησε.
Έσκαψε βαθιά µέσα του
και ήβρεν τα φιλόνια
και τα ασίγαστα ρεύµατα
του πάθους και της ποιήσεως.
Η καρδιά του χτύπαγε µόνον για την πενιά.
Το σαράκι όµως ήτο αθεράπευτον.
Στα τετράδια έφκιανε τα «στιχάκια»,
αυτά που έµελλε να καθορίσουν το ταξίδι.
Αυτά που όλα µαζί
και το καθένα µόνο του
συναποτελούν την Μητρόπολη του Ρεµπέτικου.
Έβανε µετά την µουσική.
Και τα 'παιζε µε τον αυστηρό δωρικό του τρόπο.
Είχε πια ο Συριανός ξανοιχτεί
στο πέλαγος της αιωνιότητας.
Το 1934, στην Οντεόν,
χτυπάει τον πρώτο φωνογραφικό δίσκο.
Έκτοτες, κάθε «τραγουδάκι» του
από στόµα σε στόµα
κάµνει τον γύρο της χώρας
και τέρπει τους µυηµένους.
Ο Περιστέρης,
εµπνευσµένος περί τα µουσικά,
επιµένει — γνώριζε καλά το γιατί —
να τραγουδήσει.
Ο Μάρκος από τη µεριά του δεν ήθελεν,
διότι επίστευε ότι δεν είχε
— ω, τι σεµνότητα! — καλή φωνή.
Ο Περιστέρης ήτο ανένδοτος.
Κι έτσι εξεκίνησεν να λέει τα «τραγουδάκια» του.
Το θαύµα είχε συντελεστεί.
Η πιο αντρίκια. Η πιο ζόρικη και ντρέτη φωνή
είχε πάρει το δρόµο της.
Μουσική. Στιχάκια. Παίξιµο και φωνή.
Όλα από µια ψυχή.
Τι έµενε; Ο χορός.
Το ζεϊµπέκικο. Το χασάπικο.
Και τα δύο τα χόρευε µοναδικά.
Ερωτευµένος και σκλάβος πλέον στο όργανο,
γνώρισε γι' αυτό κατατρεγµούς.
Βάσανα. Φτώχεια. Κυνηγητό.
Αλλά και δόξα. Έρωτες. Φιλίες.
Τον λάτρεψαν.

Στα Σφαγεία

Το 1925, είκοσι χρονώ, τον βρίσκει
σφάχτη και εκδορέα
στα σφαγεία.
Είκοσι χρονώ παιδί,
στα µαχαίρια και στα αίµατα.
Τότε τα ζώα τα έσφαζαν εκ του φυσικού.
Κάµα δίκοπη στην καρωτίδα και τέζα.
Όπως ήταν άντρουλας,
τσάκωνε το ζώο,
το γονάτιζε και το 'σφαζε.
Μίαν ηµέραν,
εκεί που έσφαζε µία γελάδα,
εκείνη η καηµένη ήτο έγκυος
κι απάνου στη σφάξη εγέννησεν γελαδάκι.
Τούτο το µικρό το αγάπησεν ο Μάρκος σφόδρα.
Και το µεγάλωνε στην αρχή µε µπιµπερό γαλατάκι. Μετά φαγάκι
κι έγινε κοτζάµ ζωάκι.
Και µεγαλώνανε µαζί.
Και αγαπιόντουσαν.
Άλλην ηµέρα,
ο χασαπάς του λέει:
«Έχουµε έλλειψη κρέατος».
«Ε, αύριο δε θα 'χονµε».
«Εγώ για σήµερα µιλάω».
«Αύριο µέρα ξηµερώνει».
«Άσ' τα αύριο και τα µεθαύριο. Για σήµερα µιλάµε. Σφάξε το γελαδόπουλο».
«Δεν το σ...»
«Δεν έχει "δεν". Κάνε ό,τι σου είπα». Ήβγαλεν την χασαποποδιά,
του την εφουρνισε στα µούτρα του κερατοχασαπά πέταξε τα µάχαιρα σιαπέρα,
τα βρόντησε χάµου...
«Άει γαµήσου, κουφάλα»,
του είπεν και γύρισε στο κονάκι.
Ούτε που µαταπέρασε από σφαγείο.
Αλάργα αλάργα, γιατί ενθυµούνταν
το φιλαράκι του και πόναγε
βαθιά στα φυλλοκάρδια.
Τον εξέθρεψεν η στενοχώρια,
τα βάσανα τον στήριξαν.
Οι πίκρες κι ο πόνος
τον ήκαµαν βέρο και ντρέτο.
Ο έρωτας και τα αγαπητιλίκια
τον έµπασαν στον κήπο της Εδέµ
και στην κόλαση.
Σπάραξε ως άνθρωπος.
Έµεινε άνθρωπος
κι εµεγαλούργησεν,
ως αρχιµάστορας,
σ' αυτό που τον έταξεν η µοίρα.
Ήλεγε,
«Όταν είµαι λίγο στενοχωρηµένος,
γράφω κάπως καλύτερα».
Αυτό το κάπως
καθόρισε ολάκαιρη τη ζωή του.
Ήτο από γεννησιµιού του σεµνός.
Δεν είπε ποτέ,
«Εγώ είµαι ο Μάρκος».
Προτιµούσε το
«Τι να κάνουµε, αφού είµαι ο Μάρκος»
Γνώριζε ποιος ήταν
αλλά ποτέ δεν επάτησεν
τη χαρακιά του χρέους.

Τζούρα µαχαλάς κι αέρας πελεκούδια

Είναι ο Όλυµπος.
Το θεϊκό βουνό.
Με το µπόι του.
Τις χαράδρες.
Τα σπηλιαράκια.
Δέντρα.
Κεφαλάρια.
Αµέτρητα ζουδάκια.
Στο θεϊκό βουνό
ανέβηκαν όλοι κι αράξανε.
Βοσκήσανε. Εξεδίψασαν.
Μετά κατέβηκαν στις πεδιάδες.
Ελόγου του δεν παρεξέκλινεν
από το χρέος που του έταξεν η µοίρα.
Ολόρθος σε µπόρες και καταιγίδες.
Στητός στις θύελλες,
µ' αναγερτό κεφάλι στις καλοσύνες.
Βιβλικός άγιος.
Στο ταξίδι από την Σύρα στον Πειραιά κι από µετά στου άστεως τα γυρίσµατα, παρέµεινε Όλυµπιος.
Και στο άστυ.
«Αγγελοκαµωµένη µου
και λαµπαδοχυτή µου,
οµορφονιά της µάνας σου
και συντροφιά δική µου».
Στο ίδιο µακάµι,
µε τα ίδια πατήµατα,
ταίριαξε και το:
«Τρυπάει το παπούτσι σου
και θες να βάλεις σόλα
και ο τσαγγάρης σου ζητάει
να σου τα πάρει όλα».
Και παρακάτου:
«Στην αγορά όταν θα πας
κράτα πουγγί µεγάλο
κι αν είσαι ο δόλιος φουκαράς
τράβ' από δρόµο άλλο».
Ας είναι ρέκβιεµ
τούτα που µου 'ρχονται
και σας τα κουβεντιάζω.
Τα ανωτέρω τρία τετράστιχα
µιλούν από µόνα τους. Με ποτίζουν και σιωπώ. Αγαπήθηκε ο Συριανός
από εκείνους που είχαν,
από φύτρα,
το κύτταρο άπου 'πιανε τον παλµό του. Θα 'ρθει καιρός άραγε
που θα διδάσκεται στο σχολείον,
στα πανεπιστήµια,
στο θέατρο;
Μια τέτοια διδαχή,
µια τέτοια µύηση
θα άλλαζε αφθορεί το ίρτζι των ψυχών
και θ' αυγάταινε το νου
σε ψαξίµατα
όπου γεννούν το Θείον.
Όπως τον στρατηγό Μακρυγιάννη,
έτσι και τον Συριανό
τον έπιανε δέος στις λέξεις:
Γράµµατα, Πανεπιστήµιο.
Εξ ου και η ελπίδα του
για την Άµερικα και τα εκείθεν ουνιβερσιτέτοια. «Οι φοιτητές εµένα µ' αγαπάνε»,
ήλεγε και ξανάλεγε.
Ο Παπαιωάννου
έχει γράψει ένα τρυφερό ασµάτιον
για ένα γέρο και το µπουζουκάκι του.
Απου πήγαιναν να δουν το γέρο,
όχι όµως για τον γέροντα,
αλλά για το µπουζουκάκι του.
Η νεότητα κρύβει το θαύµα µέσα της, την σήµερον.
Αλλά πλαγιάζει όπως έστρωσε.
Στην εύκολη µέρα,
µε στρωµένο τραπέζι,
δεν γνώρισε προβλήµατα ανάγκης,
για το ψωµί.
Έχει προβλήµατα ψυχής.
Κι η ψυχή θέλει θροφή.
Η µουσική του ήτο και θα 'ναι θροφή ψυχής.
Επάγαιναν κάτι λίγοι να τόνε γνωρίσουν
για τη µουσική του.
Έτσι επιδερµικά.
Στυφό τον ήβρα µια µέρα.
«Τι έχεις Μάρκο;»
«Η τα γράµµατα τα µαθαίνουν ανάποδα
ή αναποδιασµένοι είναι».
«Για ποιους οµιλείς;»
Η έµφυτη σεµνότητα του
δεν πήγε την κουβέντα παραπέρα.
Επέρασε ώρα πολλή.
«Η ανάγκη δε µ' άφησε να µάθω γράµµατα,
αλλά κι αυτοί που τα 'µαθαν
τζούρα µαχαλάς κι αέρας πελεκούδια είναι».
 

Οι έγχρωµες φωτογραφίες
Φιλαράκος γκαρδιακός,
µ' έδωκε µια µικρή ποµπίνα έχρωµο φιλµάκι.
Έτρεξα σ' ένα φωτογράφο
και µου τη µοίρασε σε πέντε κασέτες.
Φόρτωσα τη µηχανούλα
και τράβηξα για το Μάρκο.
Με συνόδευε η Έρση Βασιλικιώτη.
Τον ήβρα µε την κιµπάρικη φανέλα.
Το φως της µέρας ήτο µουντό.
Τον ρώτησα αν ήθελε να τον φωτογραφήσω.
«Είµαι καλά έτσι
η να ξηγηθώ σακακιά;»
«Να ξεκινήσουµε και βλέπουµε».
Ζυµάρι στα χέρια µου έγινε.
«Καλά 'µαι έτσι δα;»
Πίσω από τη µηχανή
το µάτι µου εκόχευε το σκαρί του.
Εκαθότουνε
και τον εθώρουν από τη µέση και πάνω.
Γλύκανε το πρόσωπο του
και το θώρι του σηκώθη ολίγον αψηλά,
όπως ο αυγερινός δυο οργιές πάνω απ' το βουνό.
Πάτησα το σκάνδαλον της µηχανής,
χράπ, έκλεισε το µαχαίρι.
Είχα πιάσει αυτό που ήθελα,
αλλά δεν το περίµενα.
Απεδείχθη µετά
ότι ο Μάρκος είχε αποτυπωθεί στο φίλµ
σε µία απ' τις µέγιστες στιγµές του.
Ήτο ο εαυτός του.
Αθώος. Άγιος. Μερακλής. Μάγκας. Κι Άρχοντας.
Με την πρώτη
είχα πιάσει το άπιαστο.
Κόπιασε η κυρα-Βαγγελιώ
και του φόρεσε ένα πουκάµισο,
να τον νοικοκυρέψει.
Ετραβήξαµε και τις υπόλοιπες.
Μαζί του η συµβία και η Έρση.
Ελόγου µου φορούσα ένα µαύρο
σιθρού υποκάµισον
— ω, της κακογουστιάς! —
χωρίς τα γυαλάκια µου.
Ετελειώσαµε.
Μας τράταρε η νοικοκυρά
συριανό λουκουµάκι και δροσερό νερό.
Έχοντας το φιλµ στη µηχανή,
δε µ' απάνταγε να µείνω άλλο.
Το πήγα για εµφάνιση.
Την άλλη µέρα πήρα
τις πρώτες φωτογραφίες.
Ποιός να το φανταζόταν.
Δεν είχε ποτέ φωτογραφηθεί µε έγχρωµο,
το 'µαθα αρκετά χρόνια µετά.
Κρατούσα ως σπάνιο φυλαχτό
τις φωτογραφίες ετούτες.
Για το ροδακινένιο πρόσωπο του.
Τα βέρτζινα χείλη του.
Αλλά — κυρίως—
για το χρώµα των µατιών του.
 

Η Τετράς
Στράτος Παγιουµτζής ή Τεµπέλης,
Ανέστης Δελιάς η Αρτέµης,
Μπάτης ο Θυµόσοφος
και Μάρκος.
Η πολυθρύλητος Πειραιώτικη Κοµπανία.
Γνωρίστηκαν. Ψάχτηκαν και δέθηκαν.
Γραµµοφώνησαν αριστουργήµατα.
Κοµπανία — παγκόσµιον φαινόµενον.
Η κορυφαία φωνή. Στούκας, ο Στράτος.
Καλότατος ο Δελιάς, χρυσό παιδί. Μαγκιόρος,
ιδιότυπη φωνή, φίνο µπουζουκάκι.
Ο Μπάτης χοριδασκαλείον, παλιατζίδικο,
Μπαγλαµαδάκι και τραγούδια φοβερά. Στο µακάµι µέσα.
Κι ο πατριάρχης Μάρκος.
Περί κοµπανίας ολίγα:
«Ήτο ένα παιδάκι ο Ανέστος,
µε κάρβουνο µάτια και ψιλοκοµµένο µουστακάκι.
Τον έφαγε η Σκουλαρικού. Στον ύπνο του 'ριχνε κόκα.
Τον αγαπούσε. Φοβόταν µην την αµολύσει.
Έγραψε ωραία τραγούδια.
Τα 'παιξε και τα είπε έµορφα».
«Ο Στράτος;»
«Ακακο Αρνί. Όταν τραγούδαγε, σπάγαν τα µικρόφωνα.
Αν ξαναγίνει Αϊβαλί, θα γεννηθεί άλλος Στράτος...»
«Στο Πέραµα. Που παγαίνατε...»
«Είχε άκρα ησυχία εκεί. Σε κάτι σπηλιαράκια.
Στην θάλασσα πλησίον. Άµα έφκιανε αµανέ,
το αµάν έφτανε Σαλαµίνα.
Σταµάταγαν τις µηχανότρατες οι ψαράδες
να τον ακούσουν».
«Μπάτης;»
«Μεγάλη καρδιά. Χωρατατζής. Θυµόσοφος.
Έγραφε τραγούδια και τα 'παιζε ωραία».
«Να τολµήσω για το Μάρκο;»
«Ε, αφού είµαι ο Μάρκος...»
Το 'ξερε. Αλλά πόσο αθώα το 'λεγε...

Ρίξε τσιγγάνα τα χαρτιά

Όταν ήλεγε,
«Ωραία γυναίκα...»
Πάει. Τελείωσε.
Σε δυο λέξεις τα 'βαζε όλα µέσα.
Δεν χρειαζόταν λιλιά
και µε τις γυναίκες
ποτέ δεν έκαµνε τσιριµόνιες.
Και τον γουστάρανε, πανάθεµά τες,
αποθένανε για πάρτη του.
Τώρα, γιατί αποθένανε;
Ας βρούνε άλλοι τα κρυφά µυστικά του.
Ελόγου µου λέω,
τις εβάρηγε νταουζάκος γιατ' ήταν ο Μάρκος.
Ωστόσο στα τραγούδια του
δείχνει και τα ζοριλίκια του:
«Τι άλλο θέλεις να σου πω
µασά τις καρπαζιές σου
και πες του µάγκα σου να 'ρθεί
να φάει και τις δικές του».
Αλλά και την µεγίστη τρυφερότητα του:
«Πες µου, καρδούλα µου,
τι έχεις και πονάς
πάψε, αγάπη µου, να µε τυραννάς».
Τα ερωτικά του σφάζουν µε το µπαµπάκι.
Τίθενται στες κορφές της δηµοτικής ποιήσεως,
αλλά κατεβαίνουν και στες σκοτεινές σπηλιές
του πάθους, εκείθεν όπου το µερακλίκι
διαφεντεύει τα σύµπαντα.
Εκαθούµαστε δίπλα δίπλα.
«Να παγαίνεις µε µοδίστες
και τσαγκαροκόριτσα».
«Γιατί;»
«Να παγαίνεις. Εκεί θα µάθεις.
θα σε µάθουν....
Και καµιά κλωστηρού».
«Με τσιγγάνες;»
Τον πείραζα.
«Δεν έρχουνται αυτές... Πάνε µε το συνάφι τους».
Στο Μάρκο όµως δε χάλαγαν ποτέ
κανένα χατίρι.
«Ρίξε τσιγγάνα τα χαρτιά
και πες µου την αλήθεια
θα γειάνει τάχα ο καηµός
που έχω µες στα στήθια...»
«Χαλάλι, Μάρκο».
Και του 'ριχναν στα πόδια
καρδιές... γητειές... ξανάµµατα...
Οι φοβερές αυτές γυναίκες τον λάτρεψαν.
«Δυο γυφτοπούλες στο βουνό
µάνα και θυγατέρα δυο
βοτάνια εµαζεύανε
βρίσκουν 'να λαβωµένονε».
Αχ, αυτές οι λαβωµατιές.
 

Μάρκος και Περιστέρης
Ο Σπύρος Περιστέρης.
Μικρασιάτης την καταγωγή,
προικισµένος περί τα µουσικά
— έπαιζε και πολλά όργανα —
έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο ρεµπέτικο.
Διευθυντής της Οντεόν,
εµάζευε µε το ζόρι τους άξιους - ενίοτε µαστουρωµένους -
και τους έχουνε στο γραµµοφωνατζίδικο
κι εκείθεν κατέγραψε την πάσαν τελετουργίαν.
Τις εξαίσιες ζεϊµπεκιές και τα χασάπικα.
Ο Μάρκος τα τραγούδια τα ήλεγε
µια κι έξω, για δίσκο.
Εξ ου και το παρατσούκλι Κοντραµπάσο.
Σε πολλά τραγούδια παίζει µπουζούκι ο Περικλής
και τραγουδάει ο Συριανός.
Η πενιά του ήτο κανταδόρικια. Μαντολινάτη.
«Τι άνθρωπος ήταν ο Περιστέρης;»
«Ήξερε µουσική... Την εδιάβαζε στις πάρτες»,
ήτο η απάντησις. Δεν επέµεινα.
Με κοίταξε στα µάτια.
«Ο χρόνος σκεπάζει τα κουσούρια».
«Φτάνει;»
«Και περσεύει. Το καλό να µένει...»

Η Μαρκετάκη και η Ανατολή

Συναχωµένη και στα ζοριλίκια της,
µου 'ρθε η Τόνια Μαρκετάκη.
«Δεν ξαναπηδιέµαι, ρε, µε ντόπιο σερνικό.
Τελεία και παύλα».
Άναψε τσιγάρο. «Μας πνίξανε τα σέσκουλα».
«Με το ρύζι δένουν...»
Και θυµήθηκα στον Άγιο Νείλο, ένα θηλυκό µάγκα
- απαλών κινήσεων σερνικό, να ξηγιόµαστε -
που έστελνε το Θανάση τον παραγιό του
να του βρει σέσκουλα στον Παρνασσό.
Και σαν 'ρχόταν µε το σακί γιοµάτο,
µας καλούσε στο µαγαζί του.
Τα 'φκιανε µε το ρύζι και παγαίναµε µε τα όργανα.
Του παίζαµε Μάρκο κι ελόγου του
µας τάιζε στο στόµα σα φασόπουλα.
Εκείνο τον καιρό, καταχρεωµένη η Μαρκετάκη
έψαχνε κεφάλαια να φιλµογραφήσει
την «Κυρα-Κυραλίνα» του Παναίτ Ιστράτι.
Κι είχε ταξιδέψει προς τούτο από Ρουµανία
µέχρι Αφιόν Καραχισάρ.
Μου ιστορούσε την Κυραλίνα
σε µεταξωτές κρεβατοκάµαρες µέσα,
σοφάδες, καθιστικά, µεθυστικά αρώµατα,
ερωτισµούς µυθικούς, πασούµια και κορδελίτσες,
σουσούµια και τσακίσµατα,
Δερβίσηδες και Γιουρούκους αρχοντοπιασµένους,
χωµένους στα µεριά της, να της τραγουδούνε αµανέδες.
Έσφιξε µια φούµα, η Τόνια, ακόµη,
και µε τήραξε καρσί στα µάτια.
Έσυρε φωνή:
«Έκατσε στο σοφά. Επήρε το σιάζι,
το κούρντισε. Χάιδεψε το µανικό.
Άναψε το ναργελέ. Τον φύσηξε. Τον πάτησε.
Και ρούφηξε.
Διπλοπόδι στο σοφά έπαιξε το κοµπολόγι.
Με τήραγε.
Ξανάπιασε το σάζι. Έπαιξε κι αλάφρωνε η ψυχή του.
Κούρνιασα κοντά του. Κάποτε σταµάτηγε.
Έπαιρνε από 'να βάζο µπινελίκι και µου το 'βαζε στο στόµα
Μετά ξανάπιανε το σάζι.
Κύλαε η ζωή.
Κύλαε το ταξίµι του Μπεχίρ
κι αλάφρωνε το µυαλό µου απ' τις έγνοιες.
Περδικούλα η ψυχή µου».
«Στο διάβολο οι τοκογλύφοι», έσκουξα ελόγου µου.
Κι η Τόνια:
«Άπλωσε το χέρι του κι ακούµπησε το δικό µου.
Να σε τηράει στα µάτια
και να σου τα σβήνει. Μπήκες;»
«Τι θα κάµεις µε την Κυραλίνα; Ήβρες το χρήµα;»
«Βάλε στο φωνόγραφο...»
Είχα τσακώσει απ' το Μοναστηράκι
ένα φωνόγραφο - βαλιτσάκι, µε µια πεντακοσάρα.
Φορτώνω το δίσκο. Αλλάζω βελόνα. Κουρντίζω.
«Πρέπει να ξέρεις µηχανή να κόψεις µαύρα µάτια...»
«Τ' άκουσες; Η µηχανή του Μπεχίρ ήταν το σιάζι
και τα µάτια του... και τα µπαµπακερά του ρούχα...»
Ο δίσκος είχε τελειώσει και η βελόνα πηγαινορχόταν.
«Μίλα µου για τον Συριανό...»
Ελόγου µου αρµένιζα προς Ανατολάς.
 

Σµύρνη... Ιωνία... Αϊβαλί... Κωνσταντινούπολη...
Σαντουρόβιολα... Εστουδιαντίνες... Θέατρα... Γλέντια...
Τέχνες... Εµπόρια... Στράτος Παγιουµτζής...
Σπύρος Περιστέρης... Στρατής .ούκας... Γιοβάν Τσαούς...
Ξεσηκωµός... Το κάψιµο... Ο ξεριζωµός... Η ορφάνια...
Η ξενιτιά... Τα προσφυγικά.
Κατατρεγµός κι από τους Τούρκους,
κυνηγητό κι από εδικούς.
Όσοι γλίτωσαν, φτάσανε στη µητέρα πατρίδα
κι έστησαν απ' αρχής ξανά την ελπίδα.
Απ' τ' αρχοντολόι στην παράγκα.
Πουτάνες οι Σµυρνιές...
Και το 'λεγαν κάτι ρεµάλια
που οι γυναίκες τους φοράγανε τα βρακοζώνια
µέχρι τον αστράγαλο.
Η Σµύρνη τότες ήτο το Παρίσι της Ανατολής.
Ήλεγεν ο Κυριαζής:
«Όταν έφτασαν οι Σµυρνιές εδώ,
µέσα σ' ένα µήνα, είχαµε τρεις χιλιάδες διαζύγια.
Διότι, όποιος µερακλής πήγαινε µε Σµυρνιά,
δεν ξαναζύγωνε τη δική του».
Κι έπεσε φτώχεια. .υστυχία. Ανέχεια.
Έστησαν τα προσφυγικά τους παραπήγµατα,
αλλά η ψυχή δεν το 'βαλε κάτω.
Συνέχισαν να παράγουν.
Συνέχισαν την παράδοση.
Την πάστρα.
Ο λόγος στο Μάρκο, από δω και κάτω:
«Έπαιζαν τα σαντουρόβιολα εκείνοι.
Είχαν καλούς αµανετζήδες. Ένας νταλκάς.
Εγνώριζαν τα µακάµια. Έπαιζαν και τα σιάζια.
Ήτονε καλοί άνθρωποι. Φύλλο δεν πείραζαν.
Περάσανε πολλά βάσανα. Τους κυνηγήσανε.
Σκόρπισαν δώθε - κείθε.
Στα Βούρλα, οτο Πέραµα, .ραπετσώνα.
Παντού. Σ' όλη, την Ελλάδα.
Έσβηναν στους δρόµους απ' την πείνα.
Οι γυναίκες τους εκπορνεύοντο για την ανάγκη.
Για ένα κοµµάτι ψωµί.
Αλλά ποτές, ποτές δεν έχασαν την αξιοπρέπεια τους.
Ήταν περήφανοι.
Εκεί στα Βούρλα, είχε τεκέδες. Και µπορντέλα.
Ήτο ο τεκές, ένα δωµάτιο, ένας διάδροµος.
Έβγαζε στην άλλη άκρια, στη χέστρα.
Επήγαιναν οι χασικλήδες προς νερού τους.
Εκεί οτο διάδροµο, στη σειρά, ήτονε τετράγωνα
παράθυρα συρταρωτά, στο ύφος
των γεννητικών οργάνων των αντρώνε..
Μέριαζες το συρταρωτό παράθυρο,
επληρωνες ένα τάλιρο
και σου φερµάριζε τα πισινά της
η κάθε στερηµένη προσφυγοπούλα
κι έκανες τη δουλειά σου. Και ξαλάφρωνες.
Ποτέ δε σου 'δειχνε το πρόσωπο της.
Και τα λέγανε τούτα τα µπορντέλα "Παραθυράτα'
Επήγαινα καµιά φορά και φούµερνα.
Αλλά µέχρις εκεί. .εµ' αρένανε τ' άλλα...
Ερχότουνε µια Αραπκιλί, έτσι τη λέγανε.
Ήταν από κείνες. Και µ' έβρισκε.
Βγαίνοντας από κει µέσα,
ήταν απ' όξω µ' ένα µαχαλόµαγκα
που την βάρηγε.
Του ξηγήθηκα δυο κουβέντες.
Με σεβάστηκε και σταµάτησε...
Ε, αυτή µου το χρώσταγε και 'ρχόταν...
Τι τα θυµάµαι...
Ξέρεις... Ο Στράτος... Έχει νταλκά.
Η φωνή του είναι Αϊβαλί...»
Η φωνή της Τόνιας µε ξανάφερε πίσω.
«Λες να µπορέσω να γυρίσω την
"Κυρα-Κυραλίνα" ; »
«Θα µπορέσεις».
Δίπλα στο σπίτι του Μάρκου. Παραπέρα,
έµενε σ' ένα ξύλινο παράπηγµα µια γρια.
Σµυρνιά. Έξι µήνες το χρόνο έπεφτε
σε βαθιά µελαγχολία.
Καθότουνε µέρα νύχτα σε µια πολυθρόνα.
Ζούσε σαν το σπουργίτι. Με νερό και ρεβύθια.

Έχανε το βάρος της.
Κι άπονου που έλεγες πως θα ποθάνει,
φτάναν οι άλλοι έξι µήνες.
Πεταγόταν απάνου σαν πέρδικα.
Έβγαζε απ' τα φορτσέρια
τα δαντελένια φορέµατα,
τα χρυσά δαχτυλίδια, βραχιόλα και τα σκουλαρίκια,
έµπαινε στο νερό, λουζόταν, στολιζόταν
κι έπιανε το τραγούδι. Κι είχε µια φωνή...
Και να το κοκκινάδι. Και να ο χορός.
Και να τα πασουµάκια και τα βαµµένα νύχια.
Ογδοήντα χρονώ. Έµενε µόνη µ' ένα καναρίνι.
Και σαν έπιανε το φθινόπωρο,
ξανάβαζε στο φορτσέρι τα δαντελένια φορέµατα
και ξαναγύριζε στην πολυθρόνα για έξι µήνες.
Το 'ξερε ο Μάρκος.
Και σαν έπαιζε τα ταξίµια του,
ασάλευτη τα άκουγε, πότιζε την ψυχή της
να βγάλει πέρα το χειµώνα.
Μέχρι να 'ρθει η άνοιξη, να πιάσει ξανά το τραγούδι.
Να ξαναγεννηθεί.
«Κι ο Μάρκος;»
«Σαν απόθανε η έρµη, έκανε καιρό
να ξαναπιάσει τ' όργανο στα χέρια».
 

Κλαρίνο, τούµπανο και µπουζούκι
Εφίλιωσε το τούµπανο και το κλαρίνο
µε το µπουζούκι.
Πρώτος έσµιξεν
τον πρωτόγονο εσαεί ήχο της τουµπάνας
µε το τρίχορδον
και στα γυρίσµατα του άσµατος
εταίριαξε το κλαρίνο.
Σοφά δεµένα
µέσα στον ασκό της παράδοσης.
Αλλά το κλαρίνο απαντιέται
σ' όλη την Ανατολή - γιατί αυτή µας ενδιαφέρει,
καθώς και το τούµπανο,
που ηχεί σ' ασίγαστους ρυθµούς
στην Άφρικα και αλλαχού.
Οµιλώ µόνον προς ανατολάς
και προς νότια,
γιατί εκεί κρατιέται το µακάµι
και η µουσική είναι αιώνων πέρασµα
και λάκτισµα ψυχής.
Ούσα η Μεσόγειος µεσοστρατίς
σ' Ανατολή και .ύση,
υπέστη φθοράς εκ .ύσεως
κι από Βορρά.
Ο Μάρκος, βέρος της Μεσόγειος,
έστησε εδικό του µπαϊράκι.
Πατάει στο δυο χιλιάδες χρόνια πριν,
βυζαίνει εξ ανατολών το γάλα,
αλλά τον ζεϊµπέκικο τον τραγουδάει
κατά τα πρότυπα µας.
Ο Βελούδιος ήλεγεν,
ο ζεϊµπέκικος είναι αρχαίος χορός
και η ετυµολογία του βγαίνει
από το Ζεύς και Μπέκος.
 

Για τον Εϊτζιρίδη
«Τον Γιοβάν Τσαούς τον γνώρισες;»
«Πώς... Αλλά δεν είχα πολλές παρτίδες.
Ήτονε µοναχικός.
Τα στιχάκια στα τραγούδια του
τα 'γραφε η γυναίκα του, το γένος Χουρµούζη.
Τα περισσότερα τα τραγούδησε ο Αντώνης Καλυβόπουλος,
ιεροψάλτης από την Πέτρα.
Ήρθε και τον µάζεψε η γυναίκα του.
Εγύρισε στο ψαλτήρι.
Τα όργανα του τα 'φκιανε ο Λαζαρίδης.
Τραγούδι και όργανο. Κάτι σαν τα σιάζια.
Απόθανε από δηλητηρίαση στην κατοχή. Από ψάρι.
Φραγκοράφτης ήτονε.
Κι έµενε δίπλα στο σταθµό στον Πειραιά.
Τ' απογέµατα έπιανε το όργανο κι έπαιζε.
Επήγαιναν κι άραζαν οι πρεζάκηδες στα βαγόνια,
να τον ακούνε.
Γιάννη Εϊτζιρίδη τον ελέγανε.
Αλλά του 'µεινε το τσαούσης γιατί επήγε
ταχτικός στον στρατό».
«Λένε πως κάποιος σουλτάνος,
τον τσαούση και τον αµανετζή Μπουχράµ
τους πέρασε αµουνούχιγους στο χαρέµι
επειδή τους γούσταρε. Χαλάλι σας οι γυναίκες µου !
Έτσι τους είπε».
«Το 'χω ακουσµένο».

Το βάσανο και το µεράκι

Σε κάτι παλιά τετράδια,
χαρτάκια,
σε κουτιά τσιγάρα,
έφκιανε τα «στιχάκια» του.
Έτσι τα 'λεγε.
Δεν εκαταδεχότουνε
να τα πει στίχους.
Τα 'λεγε και «τραγουδάκια».
Η υψηλή ποίηση που βγαίνει,
που πηγάζει από κει µέσα,
δεν χρειάζεται συστάσεις.
Ούτε ο Μάρκος έχει ανάγκη
τα «τραγουδάκια» του.
Ούτε τα «στιχάκια» του, το Μάρκο.
Γιατί ο δηµιουργός και οι φύτρες του
είναι δύο οντότητες σε µία.
Ή µία σε δύο.
Όπως το πάρεις.
Διότι την σήµερον, θωρώ
συνθέτες ή στιχουργούς ερµολούλουδους
που καµώνονται σαν σκιάχτρα
για τα κενά πονήµατα τους
και κονοµάνε.
Επαγαίνανε κάτι τέτοιοι
και του ζητούσανε τραγούδια.
Τα διάβαζαν
και µετά του 'λεγαν να τα διορθώσει.
Φαντάζεστε ένα γλύπτη
να θέλει να διορθώσει την Ακρόπολη;
Χάσαµε τον µπούσουλα....
Δι ο και ο κατήφορος.
Γράψανε οι ποιητές για το φεγγάρι,
και τι δε γράψανε...
Γράφουνε οι στιχάκηδες για το φεγγάρι
παρλαπίπες.
Στα τελευταία του,
τραβάει η ψυχή του
µια τραγουδάρα για το φεγγάρι,
που σπάει κόκαλα.
Στίχους, µουσική και το τραγουδάει.
Σε µικρό δισκάκι. Χασαπιά νυχάτη.
Είναι αριστούργηµα σύλληψης.

«Χιλιάδες χρόνια στα ψηλά
συντρόφους έχεις τ' άστρα
απόφευγε τηνε τη γη γιατ'
είναι ξελογιάστρα.

Ποτέ µη θες, φεγγάρι µου,
ανθρώπους να γνωρίσεις
γιατί τα βάσανα της γης
κι εσύ θα τ' αποχτήσεις.

Ανθρώπου µάτι µη σε δει
φεγγάρι µου να ζήσεις
γιατί αν είσαι λαµπερό
χωρίς να θες θα σβήσεις.

Κάτσε στην ησυχία σου
και µες στη µοναξιά σου
όλοι της γης ζηλεύουνε
να δούνε τα καλά σου.

Παρτίδες µε τους ανθρώπους
σ' το λέγω µην ανοίξεις
γιατί σκληρά θα πληγωθείς
και θα µετανοήσεις.

Οι άνθρωποι είναι κακοί
στη γήινη τη σφαίρα
κι από την γη δεν πρόκειται
να δεις µιαν άσπρη µέρα.

Πίκρες, καηµούς και βάσανα
θα έχεις πρώτοι φίλοι
ποτέ δεν θα γελάσουνε
τα δυο γλυκά σου χείλη.

Κι αν είσαι τόσο πλούσιο
µην έχεις µπιστοσύνη,
οι άνθρωποι δεν γνωρίζουνε
ποτές τους καλοσύνη.

Λεύτερα πουλιά
Το ρεµπέτικο τραγούδι
τα χωράει όλα µέσα.
Και δεν του ταιριάζουν ρετσέτες
διάφορων µουσικολόγων, ρεµπετολόγων
και άλλων τινών αλουβρέχηδων πλιατσικολόγων.
Το 'πανε λούµπεν και διάφορα άλλα τέτοια.
Δεξιόφρονες και αριστερόφρονες το εκυνήγησαν.
Αλλά αυτοί που το 'φκιασαν και το 'ζησαν
ήσαν λεύτεροι και ακαπέλωτοι.
Ή φορούσαν την εδικιά τους τραγιάσκα.
Είναι τούτα τα ασµάτια,
στους ορίζοντες µέσα της υψηλής ποιήσεως,
της καρδιάς που κτυπά
το βάσανο και το µεράκι.
Δεν είναι περιθωριακά,
µήτε κεντροµόλα.
Λεύτερα πουλιά είναι.
Στα γυρίσµατα στης µοίρας του ανθρώπου πετάνε.
Φτερακίζουν. Πλαταγίζουν ασίγαστα.
Μοιρολογούνε. Κελαϊδούνε την νταλµίρα και την φυλακή.
Τον έρωτα και το θάνατο.
Τη µάνα . Τα σύµπαντα.
Πρωτοπλάστης τούτων των αισθηµάτων,
των ανθρώπων αυτής της µοίρας,
Μάρκος ο Συριανός.
 

Το ταξίδι που δεν ήρθε
Του 'χε ταγµένο η Αγγελική Κάιλ
να τον ξελερώσει — σιγά το λέρωµα! —
να του βγάλει διαβατήριον
και να τον πάγει Αµερική µεριά,
να διδάξει στα εκείθεν πανεπιστήµια.
Το τάµα το 'δεσε κόµπο.
Έφκιασε χασάπικη παντελόνια,
την κιµπάρικη φανέλα,
σακακιά
και τραγιάσκα.
Τα κρέµασε κι επερίµενε.
«Θα πάω κατά πέρα να τους τα πω.
Όσα µου στάλαξε ο βίος».
Ήτο η ψυχή του λαβωµένη.
Όπως το πουλί το χτυπηµένο στο φτερό.
Ταξίδεψε και εταξίδεψε τον ντουνιά
µε τα «τραγουδάκια» του.
Το επερίµενε το πέρασµα στην Αµέρικα.
«Εκεί έχω την φορεσιά.
Βλάµικη. Και περιµένω.
Μου το 'ταξε».
Η µπέσα στους παλιούς εκείνους
ήτο Τιµή.
Ο Λόγος εκρατείτο,
ο ντουνιάς όµως εγύριζε
ανεπαισθήτως ανακούρκουδα.
Λογοτιµήτες και µερακλήδες
εξεχάστηκαν από τον αδίστακτο ρέφουλα
των παραδόπιστων καιρών.
Κι έµεινε στο περίµενε....
Δύο χρόνια πριν αποθάνει,
ήθελε να πάει σε µοναστήρι.
«Να πάω. Να πω
αυτηνού του ηγούµενου,
βάλε µε µέσα. Εκεί. Σε µια γωνιά.
Δε θα 'µαι βάρος .
Ένα πιάτο φαγάκι. Ό,τι να 'ναι.
Να συχάσω.
Μέχρις να πάω κατά κάτω...»
Εκείνες τις ατέλειωτες µέρες,
που δεν περνάγανε.
Εκείνες τις µεγάλες νύχτες,
που αργούσε να ξηµερώσει,
που ήτονε
µπατίρης και µερακλωµένος,
επαγαίνανε και τον βλέπανε
ο Κεροµύτης,
ο Άκης Πάνου
κι ελόγου µου.
Από τα τραγούδια του κονόµαγαν στα κέντρα
επίδοξοι λαρυγγόφωνοι
πλιατσικοκούδουνοι.
Κι ο Γενάρχης στην απ' όξω.
Να περιµένει το ταξίδι.
«Έχω καηµούς αγιάτρευτους
βαθιά στα φυλλοκάρδια
και πάντα µελαγχολικό
µε βρέσκουνε τα βράδια».
Το ταξίδι που επερίµενε και δεν ήρθε.
Κι η φορεσιά έµεινε αµανάτι
για το άλλο ταξίδι.
Το παντοτινό.
 

Ο Μπαχ της Ελλάδος
Ενθυµούµαι συχνά τη φωνή του,
στις κουβέντες που φκιάναµε.
Τι να τα κάµεις τα γράµµατα.
Τα γράµµατα αγράµµατους γεννούνε,
το ξανάπα.
Όταν ο Εγγονόπουλος
ξεκίναγε της ψυχής του την ανάσα
µ' ένα «τραγουδάκι» του Μάρκου...
Όταν ο Θέµελης
έµπαινε στα µύχια του Σοπέν,
µε τα ασµάτια του πρωτίστως...
Ο Κατράκης τον είχε µπάλσαµο
κι όταν ο Ντασέν τον πρωτάκουσε,
είπεν, ο Μπαχ της Ελλάδος.

Ο Πρίγκιπας

Γιάννης Κυριαζής ύπηρξεν
ο Πρίγκιπας του ρεµπέτικου.
Ο Στράτος Παγιουµτζής
τον ήλεγε Γιατρό
κι ο Μάρκος, Μαυρή.
Είχε χρόνιο πνευµονικό οίδηµα
κι απόθανε βασανισµένος.
Στα τελευταία του,
του έδωκα καµιά κατοστή τραγούδια του Μάρκου.
Ήτο στο Διόνυσο,
σ' ένα νοσοκοµείο για καθαρό αέρα
και τα 'χε µόνη συντροφιά του.
Επίσης είχα δώκει δύο κασέτες ακόµα
στον Εγγονόπουλο.
Έσπασε την χρόνια σιωπή του
κι ένα πρωί µου τηλεφώνησε.
«Ακριβέ,
σας ευχαριστώ εκ βάθους καρδίας. Υπάρχουν κι άλλα. Ήβρατε δίσκους;» «Υπάρχουν και θα τα λάβετε».
«Να µου τα στέλνατε λίγα λίγα,
για να µην στερέψουν...»
Κι ο Κυριαζης
άκουγε και ξανάκουγε το
«Όλοι οι ρεµπέτες του ντουνιά», ψιθυρίζοντας,
κατάκοπος στο σανατόριο:
«Αυτό το τραγούδι
αξίζει δυο χιλιάδες φόνους».
«Φόνους, Γιαννάκη;»
«Που λέει ο λόγος...»

 

Η Πρώτη γυναίκα


Ήτο µαγευτική.
Και την αγαπούσε παθολογικά.
Νταλκαδιασµένος σφόδρα.
Αλλά το µεροκάµατο. Το πάθος του για το όργανο.
Τα ξενύχτια καθώς και τα εννοούµενα αποδέλοιπα
τον τράβηξαν κατά κείθε.
Ο ερωτάς του και οι αναποδιές της ζωής,
η λατρεία που του έδειχναν άλλες γυναίκες
— στην κυριολεξία έπεφταν στα πόδια του —
του στάλαξαν ζόρικα την µοναξιά, τα πάθια και τα βάσανα.
Τότες δεν έβγαιναν λεφτά µε το όργανο
και οι δίσκοι στην πιάτσα πολύ λίγοι.
Τους έπαιρναν οι φωνογραφιτζήδες
και µε τον φωνόγραφο εγύριζαν τις γειτονιές
για δεκάρες που έπεφταν µέσα στο καπέλο.
Όµως το «Έπρεπε ρε µάγκα µου να 'ρχόσονν στον τεκέ µας»
πούλησε 7.ΟΟΟ δίσκους,
τότες που αν πουλιόντουσαν 3ΟΟ ήτο επιτυχία.
Τα τραγούδια τ' άκουγαν οι φορτηγατζήδες
σε Αθήνα και Περαία, στα κέντρα,
και το άλλο βράδυ τραγουδώντας τα,
παγαίνοντας στη Θεσσαλονίκη,
τα µάθαιναν στους Σαλονικιούς.
Το όργανο λοιπόν,
και το πάθος του γι' αυτό, τον απολάκτισε από
πρώτη γυναίκα και τα σχετικά συµπαροµαρτούντα.
Καταλάγιασε η ψυχή του
µε τη δεύτερη γυναίκα του,
που αφαντάστως εκτίµησε και αγάπησε.
Εκείνη, που του χάρισε τρία βλαστάρια
για τα οποία καµάρωνε
και τα µεγάλωσε µέσα στην στέρηση.

Ξανά στα ζόρια

Στην δεκαετία του '60, ο Μάρκος βρίσκεται ξανά στα ζόρια.
Εχει πέσει ως ακρίδα ενταύθα
η ινδοπρεπής µουσική.
Ταινίες κατακλύζουν τα σινεµά, µε εκ των Ινδιών πονεµένες
πρωταγωνίστριες,
που άδουν και πάει ο θρήνος σύννεφο. Τα µαγνητόφωνα
στήνονται στις αίθουσες.
Επίδοξοι «συνθέτες» αρπάχνουν το ασµάτια
και τα τραγουδάκια ξεπετιούνται
ως τα µεγαρίτικα κλωσσόπουλα.
Η «λαϊκή» µουσική τραβάει το δρόµο της
και η παραχάραξη των αυθεντικών ακουσµάτων συνεχίζεται.
Τραγουδιστές ξεπετιούνται ως µανιτάρια. Στο περιθώριο και στην ανέχεια ο Συριανός. Πότε παραπότε,
µε την κοµπανία του
σκάει µύτη και βγαίνει στη γύρα.
Μαζί του ο Στέλιος. Ο Ντοµινίκος.
Κι ένας εκλεκτός επιστήθιος φίλος.
Έλκει µικρασιάτικη ρίζα.
Τραγουδάει τους αµανέδες σέρτικα. Κοντολογής, σπουδαία φωνή.
Ο Μιχάλης Χατζηαντωνίου.
 

Στον Ντοµινίκο ο λόγος
«Έχει πέσει µαζί µε την αφραγκία και το φθινόπωρο.
Σεπτέµβρη 14. Το '62.
Τους βρέσκει στην Πάρο.
Πανηγύρι στους Σταυρούς.
Επήγανε σ' ένα µαγαζάτορα.
Είχε ταβερνείο,
κλείσανε συµφωνία.
"Φαγάκι και η χαρτούρα δική µας ".
Από νωρίς το µαγαζί φισκάρισε.
Κι έγινε γλέντι µέγα.
Εκεί κατά τις 2.30, τελειώσανε.
Κλείσανε τα όργανα
και τράβηξαν σ' ένα τραπέζι να φάνε.
Φωνάζει ο Μάρκος τον µαγαζάτορα.
"Τι έχεις, φαγάκι;"
"Έχω κάτι καλαµάρια και µελιτζάνες µπαϊλντί".
«Φέρ' τα».
Τα καλαµάρια µπαγιάτικα και οι µελιτζάνες
ήσανε ξεχασµένες στο ψυγείο βδοµάδα και βάλε.
Ψιλοτσίµπησαν τα καλαµάρια.
Τις µελιτζάνες, που δεν τις καταδέχτηκε ουδείς άλλος,
τις περίλαβε ο Συριανός.
Απόφαγαν και τράβηξαν για το ξενοδοχείο.
"Πάνδροσο" το λέγαν.
Πλάγιασαν και το πρωί,
µαζεύτηκε η κοµπανία για καφέ. Γαλατάκι.
"Ρε συ, που 'ναι ο Μάρκος; Τράβα να δεις".
Πάει ο Στυλιανός.
"Μάρκο;"
"Πού είναι ο η Βόγια;"
Ήτανε η τραγουδίστρια.
"Κάτου είναι".
"Πες της να 'ρθει".
"Τι τη θες;"
"Εκείνες οι µελιτζάνες µε ρηµάξανε.
Εχέστηκα. Πες της να 'ρθει να µε καθαρίσει".

Σαχλί Μπαχλί
«Αύγουστος '62. Μύκονος.
Στο Σαχλί Μπαχλί.
Ένας αξιωµατικός του Λιµενικού,
που εφύλαγε κάθε βράδυ ντεπόζιτα µε πετρέλαια,
την κοπάναγε και τράβαγε στο κέντρο
όπου βάραγε τα τέλια η κοµπανία.
Με το που πήγαινε, άρχιζε:
"Τι θέλετε να σας κεράσω;"
"Δε θέλουµε τίποτα ".
Έφευγε και ξαναγύρναγε δρυµύτερος.
"Να σας κεράσω".
"Δεν θέλουµε".
"Επιθυµώ να σας κεράσω".
Ο Μάρκος δεν έπινε.
Αλλά για να τον ξεφορτωθεί:
"Φέρε δυο µπίρες".
Πάνε τις µπίρες.
Σε κάνα τέταρτο, ξανακοπιάζει.
"Τι θέλετε να να σας κεράσω;"
"Μας κέρασες".
"Να ξανακεράσω".
Ο Μάρκος άρχισε να ζορίζεται.
"Ήπιαµε στην υγειά σου. Φτάνει".
Ετελείωσε η δουλειά στις τρεις.
Απέναντι στο κέντρο είχε γαλατάδικο.
Του Νικήτα. Στο λιµάνι.
Τράβηξαν για κει.
Απάνου στα ροφήµατα, κόπιασε ο λιµενικός.
"Τι θέλετε να σας κεράσω;"
"Αφού πίνουµε γάλα. Τι να µας κεράσεις;"
"Θέλω να σας κεράσω , κυρ-Μάρκο".
"Κέρασε το γάλα. Αφού θέλεις".
Εκέρασεν. Έφυγε.
Και στο τέταρτο πάνω, µαταγύρισε.
"Θέλω να σας κεράσω".
"Ε, πάαινε απέναντι στο ζαχαροπλαστείο
και πάρε έξι αµυγδαλωτά".
Ο οποίος πήγε τα 'φερε και τα φάγανε.
Σ' ένα δεκάλεπτο, ξανακόπιασε.
"Τι να σας κεράσω;"
Εφρίαξεν ο Χατζηαντωνίου.
"Δε θέλουµε άλλο, χριστιανέ µου.
Αυτά είναι υπεραρκετά. Ευχαριστούµε".
Αλλά ο Μάρκος µπαίνει ξαφνικά στο παιχνίδι.
"Αφού θέλεις να µας κεράσεις ξανά,
άιντε φέρε έξι γιαούρτια
και µια ζαχαριέρα. Γεµάτη ζάχαρη, ε;"
Πάει µέσα και φέρνει. Έξι γάλατα. Έξι γιαούρτια, και την ζαχαριέρα κάργα ζάχαρη.
Πιάνει ο Μάρκος και βάνει έξι κουταλιές ζάχαρη
στο ποτήρι του.
Βάνουν και οι άλλοι από µια-δυο
και µετά, όση ζάχαρη είχε µείνει, την ρίχνει όλη µέσα στο ποτήρι του και βουτώντας παπάρες, το πίνει.
"Να κεράσω πάστες;"
"Όχι! έγρουξαν οι άλλοι".
"Κερνά",
έδωκε παραγγελιά ο Συριανός.
Ήρθαν και οι πάστες.
Τις ξεπάστρεψε.
Και σαν πήγαιναν για ύπνο,
ο λιµενικός τους περίµενε στην είσοδο. "Ένα κερασµατάκι;"
Μπαφιασµένοι οι άλλοι εµπούκαραν στο ξενοδοχείο.
Ο πειρασµός δεν άφηνε το Μάρκο.
"Τι κέρασµα;"
"Σπιτικό. Βυσινάκι. Ιδού το βαζάκι.
Πάρ' το, κυρ-Μάρκο. Απ' τα χέρια της µανούλας µου". Επιτόπου του 'δωκε και κατάλαβε.
Ο λόγος στο Μάρκο τώρα:
"Έτσι κληρονόµησα το ζάχαρο..."»

Ο κήπος και η παλαµίδα

Τότες, η φαµίλια έµενε
στ' Άσπρα Χώµατα.
Το κονάκι του Χατζηαντωνίου ήταν
προς Πέτρου Ράλλη µεριά,
καµιά χιλιάδα µέτρα
απ' του Μάρκου.
Είχε κήπο µε βραγιές φίσκα —
κρεµµυδάκια, µαρούλια,
µόσχο, άνηθο,
φασουλιές, µπάµιες, κολοκυθάκια — στολισµένον µε ηλιοτρόπια, καντουφέδες,
βασιλικούς, γαρούφαλα και µια µελισσοσυκιά.
Εδουλεύανε στου Θωµά στην Καβάλας.
Και πέρναγε κάθε µέρα ο Μάρκος
για να πάνε µαζί στο κέντρο.
Αφού εθαύµαζε στον κήπο καµπόσο,
του ήλεγε:
«Ρε Μιχαλάκη, βγάλε δυο κρεµµυδάκια
να τα φάω µε την φάβα που έφκιασε
η κυρα- Βαγγελιώ το µεσηµέρι».
Ο Μιχάλης δεν του χάλαγε χατίρι.
Την άλλη µέρα:
«Μου βγάζεις δυο-τρια κρεµµυδάκια και κάνα µαρουλάκι;
Τα φρέσκα φκιάνουν καλή σαλάτα». Ξερίζωνε ο Μιχαλάκης.
Πάντα ορεξάτος ο Μάρκος.
Στο µήνα πάνω....χέρσος ο κήπος! Αλλά ύπηρχεν και η συκιά. Επιφυλακή, γιατί έκανε ζαβολιές. «.ε µου κόβεις λίγα συκαρέλια;»
«Μα, κύριε Μάρκο, έχετε ζάχαρο.
Δεν κάνει».
«Κόψε πεντ-έξι, να τα πάω
στην κυρα-Βαγγελιώ».
Του έκοβε, αλλά τα σύκα δεν φτάναν σπίτι.
Στο δρόµο τα έτρωγε.
Την άλλη µέρα,
ρωτούσε ο Χατζηαντωνίου την κυρα-Βαγγελιώ:
«Σου 'φερε ο Μάρκος τα σύκα που του 'δωκα;»
«Μπα. Τα έφαγε στο δρόµο...»
Φύγανε από τ' Άσπρα Χώµατα
και κονέψανε πιο πάνω, προς Νίκαια,
κάτω απ' το Περιβολάκι,
σε γειτονία µε τον Χατζηαντωνίου.
Στο σχολείο της Κλεάνθου.
Απέναντι στη .αιδάλου.
Μίαν ηµέραν κόπιασε στο σπίτι του Μάρκου.
Γινότουνε καβγάς µέσα.
Η κυρα-Βαγγελιώ ήτο στα ντουζένια της.
Και τον εµάλωνε.
«Γιατί µου τον στενοχωράς;»
«Άκου να δεις τι έκαµε, Μιχάλη.
Είναι άρρωστος και δεν κάνει να τρώει οτιδήποτε.
Επήγα στον ψαρά και του έκαµα σουπίτσα.
Και επίσης επήρα µια παλαµίδα για τα παιδιά.
Έφαγε τη σουπίτσα.
Την παλαµίδα την 'τοίµασα,
για να τηνε βρούνε τα παιδιά,
γιατί έπρεπε να πάω στο γιατρό.
Η µέση µου, πανάθεµά τη.
Εγύρισα. Ψάχνω για παλαµίδα,
φτερά η παλαµίδα.
"Τι έγινε Μάρκο; Πουλί;"»
«Την έφαγα».
«Κάνει η παλαµίδα για το ζάχαρο;»
«Επείναγα. Τι να κάνω; Ν' αποθάνω της πείνας;
Αφού πεινάω;»

Ντοµινίκου Μνήµες
«Ήµουνα στρατιώτης. Στην αεροπορία. Στο Τατόι, 1971.
Έβγαινα κάθε µέρα.
Είχε φτιάξει κεφτέδες η µάνα µου. Μπόλικους.
Φτάνω σπίτι στις τέσσερις. Τρώω το µερίδιο µου.
Αφήνω για τον Στέλιο και τους άλλους το δικό τους.
Πέφτω και πλαγιάζω,
γιατί δούλευα σε µαγαζί τα βράδια.
Εκεί που λαγοκοιµόµουνα, ακούω θορύβους.
Σηκώνουµαι σιγά σιγά,
γιατί είχαµε ψυλλιαστεί ότι παγαίνει στη ζούλα
και τρώει από τα απαγορευµένα.
Σκάω µύτη στην κουζίνα.
Και τον βλέπω.
Είχε βάλει κάτω τους κιοφτέδες
— έτσι τους έλεγε —
και τους άλλαζε τον αδόξαστο.
"Δεν ντρέπεσαι λιγάκι; Θα πάθεις ζηµιά.
Ρε πατέρα, γιατί;"
Δεν οµίλησε. Σαν παιδάκι που είχε φάει το γλυκό
από το βάζο της µάνας του, κατέβασε το κεφάλι.
Μετά από δυο µέρες έπεσε σε κώµα.
Το πρώτο κώµα ήταν τότες
που του 'χαν τάξει να πάει στην Αµερική.
Το τρίτο ήταν το τελευταίο.
Έκανε παιχνίδι µε τους κεφτέδες.
Τους εγούσταρε.
Έτρωγε πενήντα στην καθισιά. Άµα είχε.
Με τις δίαιτες είχε εξασθενήσει ο οργανισµός του.
Τα δίκια του, δίκια του.
Αλλά και το ζάχαρο, ζάχαρο.
Αυτά το 1970.
 

Συνεχίζει ο Ντοµινίκος
»Μετά το κώµα,
τον βάλαµε στο νοσοκοµείο.
Εκεί στον Πειραιά.
Πήγε ο Χατζηαντωνίου να τόνε δει.
"Κύριε Μάρκο, τι τραβάει η όρεξη σου;
Τι θέλεις να φας;"
Πετάχτηκε η κυρα-Βαγγελιώ:
"Τίποτα. δεν πρέπει να φάει τίποτα.
Απαγορεύεται".
Τινάχτηκε από το κρεβάτι.
"Άσ' τηνε αυτή να λέει ό,τι θέλει.
Πετάξον και φέρε µια µερίδα λουκουµάδες".

Ντοµινίκος αφηγείται

Γενάρης του 1963, στην Καρδίτσα.
Είχαν πάλι πάει µε την κοµπανία.
Για ενάµιση µήνα.
Ένα Σαββατόβραδο, το µαγαζί ήταν φίσκα.
Πήγαν σερί στο πάλκο, δίχως ανάσα.
Σαν τέλειωσαν, κατά τις τρεις,
εκατέβηκε για να τσιµπήσει.
Και εκεί που έτρωγε, του λέει ένας από µια παρέα:
"Σε παρακαλώ, κυρ-Μάρκο,
να παίξεις πάλι το Ένας Μάγκας στο Βοτανικό". Το είχε πρωτολανσάρει. Το είχε παίξει
µε κείνο το φοβερό ταξίµι στην αρχή
και το τραγούδαγε καταπληκτικά.
Βέβαια, το είχε πει και ο Καζαντζίδης µετά, αλλά δεν το συζητάµε. Έπρεπε να το ακούσεις από το Μάρκο. Μυσταγωγία.
Όταν τραγούδαγε, είχε ένα περίεργο πράµα
µε το ρυθµό. Σε σήκωνε και χόρευες.
Το άκουσα - και δάκρυσα –
πρώτη φορά τον πατέρα µου να το λέει
στη «Φωλιά». Με τον Τσαουσάκη.
Πρέπει να ήταν το 1965. Ήµουν δεκατεσσάρων χρονών. Τον άκουσα για πρώτη φορά
να παίζει σε µαγαζί και να τραγουδάει.
Δεν είχα ξαναπάει.
Τον είχα συνοδέψει παλιά σε πανηγύρια. Παρεούλα. Όταν ήµουν εφτά-οχτώ χρονών. Μετά έπαψε αυτό και πήγα και τον άκουσα πρώτη φορά µεγάλος.
Είχα άλλη αίσθηση για τον πατέρα µου πια. Ήµουν πιο µεγάλος.
Πιο ώριµος.
Τραγουδούσαν όλοι.
Μα µόλις έβγαινε ο Μάρκος
κι έπιανε το µπουζούκι και τραγούδαγε,
ήταν άλλο πράµα.
Του ζήτησε λοιπόν το Ένας µάγκας στο Βοτανικό.
Ο Μάρκος είχε κατέβει να φάει τυρόψωµο.
Αυτός εξακολουθούσε να τον παρακαλάει.
Του λέει:
"Εγώ τελείωσα. Εσχόλασα.
Δεν µπορώ να παίξω άλλο ".
Ελόγου του συνέχισε τις παρακλήσεις.
"Κυρ-Μάρκο, ήρθα από ένα χωριό,
µακριά από την Καρδίτσα, για να σ' κούσουµε".
Του ξαναλέει:
"Τέλειωσα. .εν ξανανεβαίνω στο πάλκο.
Παρ' το χαµπάρι".
Συνέχισε τις παρακλήσεις.
Οπότε σηκώνεται ο Μάρκος,
όπως ήτανε ψηλός και γεµάτος,
και του λέει:
"Και να µε γαµήσεις,
δεν ξανανεβαίνω να παίξω.
Αύριο πάλι".
Τα µάζεψε αυτός και πήγε κι έκατσε
στην καρέκλα.
Όταν κατέβαινε και καθότανε για να φάει,
δεν µπορούσε άνθρωπος
να τον κουνήσει.
Τελετουργία.
 

Ο Ντοµινίκος θυµάται
«Μύκονος του 1962.
Στην ίδια περίοδο µε τα προηγούµενα συµβάντα
Μαζί µε τον Χατζηαντωνίου, τον τραγουδιστή του.
Του οποίου οι γονείς καταγόντανε από Μικρασία.
Αυτός γεννήθηκε εδώ, στην Ηλιούπολη.
Στο πάλκο πάνω.
Έρχεται ένας πελάτης.
Έδωκε µια χαρτούρα
για να του παίξουν κάποιο τραγούδι του Καζαντζίδη.
Εκείνη την εποχή ήταν «Το τελευταίο βράδυ µου».
Ο Χατζηαντωνίου γυρίζει και του λέει:
"Κύριε Μάρκο, έχουµε µια παραγγελιά.
Ο πελάτης έχει πληρώσει".
"Καλά. Άσ' τόνε".
Αφού παίξανε τρία -τέσσερα τραγούδια
και δεν παίξανε την παραγγελιά,
του Καζαντζίδη το τραγούδι,
πήγε ο πελάτης και παραπονέθηκε.
"Αφού παίζουτε τόσα τραγούδια,
γιατί δεν παίζουτε
και την παραγγελιά που σας έδωσα;"
Και ο Συριανός:
"Ολόκληρος Μάρκος είµαι.
Καζαντζίδη θα σου παίξω;"
 

Ντοµινίκος στα ντουζένια
«Γενάρης 1963.
Στην Καρδίτσα.
Είναι την ίδια εποχή µε το προηγούµενο περιστατικό.
Μένανε σ' ένα ξενοδοχείο µέσα στην πόλη
και τουαλέτα δεν είχαν τα δωµάτια.
Και του λέει του ξενοδόχου:
"Εγώ υποφέρω µε τα νεφρά µου"
— παραµύθι ήταν — ".εν µπορώ να βγαίνω
δυο τρεις φορές την νύχτα να κατουρήσω".
Του πήγε ένα δοχείο για την ανάγκη του.
Και το βάφτισε ο Μάρκος "Ζιρλανταµπάς".
Ένα βράδυ που πήγε να πλαγιάσει,
ο ξενοδόχος είχε ξεχάσει να βάλει
κάτω απ' το κρεβάτι το δοχείο.
Και βγαίνει έξω ο Μάρκος
να τον βρει για να του το φέρει,
αλλά αυτός κοιµότανε.
Δίπλα του είχε έναν νιπτήρα.
Και λέει:
"Μένιο, τον Ζιρλανταµπά τον εξέχασες σήµερα".
Ύπνο βαθύ ο Μένιος.
"Κερατά. Θα σου σιάξω την γραβάτα.
Για να µάθεις να µην ξεχνάς ".
Κι εκατούρησε µέσα στον νιπτήρα.
 

Ντοµινίκου συνέχεια
»Ο Μιχάλης του είχε γράψει
τη µισή αυτοβιογραφία.
Και είχε τραγουδήσει στην Νιου Μποξ
ορισµένα τραγούδια µε µεγάλη επιτυχία.
Ήταν ο τραγουδιστής του συγκροτήµατος του Μάρκου,
εκείνο τον καιρό.
Με µεγάλη επιτυχία, τα τελευταία χρόνια.
Μετά διορίστηκε υπάλληλος στο .ήµο Νικαίας.
Επιστάτης στους εργάτες.
Πολύ καλός τραγουδιστής. Γνώστης των αµανέδων.
Τραγουδισταράς. Και πιστός φίλος, στις δύσκολες
στιγµές του πατέρα.

Ντοµινίκος αφηγείται

Γία τα πουλιά, είχε έρωτα.
Είχε πάθος. Τότε που ήµουνα παι-δάκι,
θυµάµαι, είχε δυο γαϊδούρια,
και είχε στήσει χασάπικο και µανά-βικο στο υπόγειο.
Όπου έστελνε εµάς.
Φορτώναµε µε τον Βασίλη,
πατάτες, ντοµάτες
και κάναµε την γύρα.
Μέχρι τα κρατικό νοσοκοµείο της Νίκαιας.
Ο πατέρας είχε πάει στη Σύρα. Για δουλειά.
Έστελνε από κει εµπορεύµατα και µαναβική
και πήγαινε η µάνα µου και τα 'παιρνε.
Μια φορά την ειδοποιούν και πάει.
Και βλέπει µια µοτοσικλέτα τρίκυκλη,
γιοµάτη κλουβιά.
Και στα κλουβιά µέσα, κάργα πουλιά.
Εκατοντάδες πουλιά.
Τα φέρνει. Αρχίζει να φωνάζει:
"Εµείς δεν έχουµε να φάµε,
αυτός πάει κι αγοράζει πουλιά.
Και κλουβιά µεγάλα.
Αυτά κοστίζουνε".
Τα 'βαλε στο υπόγειο
και τα καθάριζε κάθε µέρα.
Παρ' όλα αυτά, βρόµα.
Έφερνε και κουνέλια. Και γλάστρες λουλούδια.
Η κυρα-Βαγγελιώ άνοιγε τα κλουβιά,
στα κρυφά, τις πορτούλες,
και ένα-ένα, σιγά-σιγά, φεύγανε...
 

Πάντα Ντοµινίκος
»Ο µόνος που έχει ερµηνεύσει καλά Μάρκο
είναι ο Μπιθικώτσης.
Θυµάµαι, παιδάκι δώδεκα-δεκατριώ ετών,
τον Γρηγόρη Μπιθικώτση
µε τον Νίκο Καρανικόλα,
που έπαιζε µπουζούκι.
Πηγαίνανε και κάνανε πρόβα µε τον Μάρκο.
Είχε κατέβει ο Τάκης Λαµπρόπουλος,
περίπου το 1960,
να δει το Μάρκο
και είχε φέρει και τον Μπιθικώτση,
για να ακούσει τα τραγούδια του.
Τότε δεν ήταν τίποτα.
Θυµάµαι ότι ο πατέρας είχε παίξει
την "Άτακτη ", για να το τραγουδήσει
και εκείνου δεν του άρεσε.
Και του λέει ο Μάρκος:
"Γρηγόρη, πες αυτό το τραγούδι
και θα γίνεις πασίγνωστος".
Δεν ήθελε.
"Καλά. Άσ το. Πες την Φραγκοσυριανή".
Τους άκουγα από πάνω. Κλεφτά. Ντρεπόµουνα.
Παιδάκι πράµα.
Τον ρώταγε ο Γρηγόρης:
"Θα γίνω κάποια µέρα κάτι;"
"Μ' αυτό το τραγούδι θα γίνεις µεγάλος.
Με µένα που έχεις µπλέξει..."
Και πάνω σ' αυτή την υπόθεση,
στην άψα της, του λέει:
"Να! ΙΙάρ' το. .ικό σου".
Επρόκειτο για τα "Τα δυο σου χέρια πήρανε".
Του το χάριζε.
Αλλά κάτι έγινε µετά και ο Μάρκος άλλαξε γνώµη.
Και τα 'παιρνε τα ποσοστά.
Έπαιρνε τα λεφτά,
αλλά το τραγούδι ήταν στ' όνοµα του Γρηγόρη.
Μετά επανήλθε το τραγούδι στον Μάρκο.
Ο Μπιθικώτσης τραγούδησε πολλά τραγούδια του.
Τον χαρακτήριζε σαν τον Σωκράτη.
Τον Πλάτωνα της λαϊκής µουσικής.
Ο κορµός και οι άλλοι τα κλαριά του.
Κατ' εµέ, είναι απ' τους καλύτερους εκφραστές
των τραγουδιών του.
Δεν έχει βρεθεί άλλος
κι ούτε πρόκειται να βρεθεί.
Άφησε ιστορία κι είναι καλός τραγουδιστής.
Ρεµπέτης. Φοβερός.
Μετά από εκεί,
αφού γίνανε επιτυχίες:
"Τα µατόκλαδά σου λάµπουν"
"Όλοι οι ρεµπέτες του ντουνιά"
"Φραγκοσυριανή "
"Έρχονται κρυφά απ' την µάντρα"
"Αντιλαλούν οι φυλακές"
"Για σένα µαυροµάτα µου "
"Τα δυο σου χέρια πήρανε "
"Διαζύγιο"
"Αλεξανδριανή "
"Τι πάθος ατελείωτο",
τον ετσίµπησε τον Γρηγόρη ο Ψηλός.
Ο Θεοδωράκης.
Και τραγούδησε.
Και συνέχισε την καριέρα του.

Ανθολόγιον

Ας αναγνώσουµε τώρα
ένα Ανθολόγιον από τα
«στιχάκια» του.
Πρέπει να θυµηθούµε µερικά,
να µάθουµε, να στήσουµε αυτί,
για να καταλάβουµε τι σηµαίνει: γλώσσα κεφαλάρι καθάριο,
γλώσσα σπαθί µέσ' απ' τα φυλλοκάρδια. Ψύχα ψυχής.
Ό,τι πυραχτώνει καρδιά και πόδια.

«Στην πιάτσα που µεγάλωσα
όλοι µ' έχουν θαυµάσει
γιατ' είµαι µάγκας κι έξυπνος
και σ' όλα µου εντάξει».

«Θα σπάσει το µπουζούκι µου,
η µόνη συντροφιά µου
απ' το µεράκι το πολύ
που νιώθω στην καρδιά µου».

«Δεν το 'λπιζα, µπουζούκι µου
σε τόσα µεγαλεία
στο θέατρο το Κεντρικό
να δώκεις συναυλία».

«Βαρέθηκα τις γκόµενες
κοντεύω να τα χάσω
γι' αυτό και τ' αποφάσισα
για να φορέσω ράσο».

«Στον κόσµο το συµφέρον πια
τα κανονίζει όλα,
παντού τα πάντα κυβερνά
αυτό κι η πορτοφολά».

«Εγώ δεν είµαι ποιητής
τραγούδια να ταιριάζω
και µου τα φέρνει ο αργιλές
και τα κατασκευάζω».

«Τέτοια µεγάλη εκδίκηση
να την εξεµπουκάρω
όπως τον Έκτορα ο Αχιλλεύς
τον έσουρνε στο κάρο».

«Ο ουρανός κι θάλασσα
έχουν το ίδιο χρώµα,
οι πλούσιοι και οι φτωχοί
θα µπουν στο ίδιο χώµα».

«Να σ' έχω στο κονάκι µου
λουλούδι στην αυλή µου
στολίδι να 'σαι µοναχό
στο δόλιο το τσαρδί µου».

«Ακόµα και στο Χόλιγουντ
θα βάλω το ποδάρι
που 'ναι στρωµένο µάλαµα
και µε µαργαριτάρι».

«Όσοι γενούν πρωθυπουργοί
όλοι τους θα πεθάνουν
τους κυνηγάει ο λαός
απ' τα καλά που κάνουν».

«Μια µικροπαντρεµένη ξανθιά γαλανοµάτα
όλο ζωή και νιάτα, µου πήρε την καρδιά.
Κι αν µ' αγαπάς οτ' αλήθεια
άσε µε να πεθάνω
στο στήθος σου επάνω σαν πάρω δυο φιλιά»

«Εγώ 'µαι µάγκας και νταής
και θα 'ρθω να σε πάρω
ξέρεις για σένα επάλεψα
επτά φορές το Χάρο».

«Στους τοίχους, βρε, της φυλακής
κι ύστερα στο κορµί µου
χάραξα την καρδούλα σου — αµάν, αµάν
να την κοιτώ πουλί µου».

«Τη στρίγκλα τη µανούλα σου
π' όταν µε δει µε βρίζει
της εύχοµαι στα γηρατειά
σα σκύλα να γαβγίζει».

«Πατώ στα χιόνια καίγουµαι
και στη φωτιά κρυώνω
στα κρούσταλλα ζεσταίνουµαι
και στη βροχή στεγνώνω».

Και στον γραπτό λόγο, ανάσα Μακρυγιάννη κρατεί. Γλώσσα - ηχείο Ρωµιοσύνης. Ιδού:
«Πάντως οι µάγκες τότες, εκτός απ' αυτούς που ήταν αιµοβόροι, ακόµη κι αυτοί που ήταν κλεφταράδες, ήταν άνθρωποι καλοί. Ήσυχοι, µερακλήδες, τούς άρεζε το χασίσι και το όργανο. Δεν ήταν παραδόπιστοι. Ενώ όλοι αυτοί τώρα είναι, τα νέα µπουζούκια και οι µεγάλοι και τρανοί ακόµα, πεσµένοι στα λεφτά. Έχουνε τρελαθεί µε τα λεφτά και δεν τους ενδιαφέρει για τίποτες άλλο. Αφού έχουνε οικονοµήσει τόσα λεφτά και έχουν ιδεί τόσα και τόσα. Μέχρι που 'χουνε βάλει χέρι και γαµιόνται κιόλας για να δούνε κι αυτή τη γλύκα. Τώρα δεν σου συζητάω για όλους ότι κάνουν αυτή τη δουλειά, αλλά γενικά. .ηλαδή εκφυλίστηκαν. Ενώ δεν έπρεπε. Τα µπουζούκια σας είπα ότι τα 'χουνε πιάσει αθρώποι εγκληµατίες µε χρόνια, κατάδικοι, θανατοφόροι, θανατοποινίτες, πολλοί τέτοιοι αθρώποι και τα µπουζούκια και τους µπαγλαµάδες. Και τώρα βλέπεις και τα τσακώνει οποιοσδήποτε. Ούτε λαχαίνει να σκεφτεί το τι κρατάει. Να πει ότι εγώ κρατάω µπουζούκι και το µπουζούκι είναι ιερό πράµα. Διότι έχει βγει από τέτοια νταραβέρια. Γι' αυτό και το κυνήγαγε κι η αστυνοµία είπαµε. Γι' αυτό και µε κυνήγαγε και µένα η αστυνοµία. Δεν ηθέλανε ν' απλώσει το µπουζούκι. Αλλά άπλωσε όµως».
(Μάρκος Βαµβακάρης, Αυτοβιογραφία, Εκδόσεις Παπαζήση, 1973)

Τα πουλιά

καθόµαστε αντίκρα. Σε δυο σκαµνάκια.
Μεσηµεράκι. Είχε γυρίσει
από µια γύρα στα νησιά.
Μεροδούλι ισχνό.
«Σαν 'ρχότανε το φτινόπωρο
— για τότες µιλώ, που ήµουνα παιδαρέλος —
µε ξύπναγε, µε το χάραµα, ε,
ένα πουλάκι µικρό,
κόκκινο απουκάτου στο λαιµό.
Αυτό λάλαγε πρώτο. Όχι λαλιά. Έτριζε.
Και µετά εξύπναγαν όλα τ' άλλα.
Εξέβγαιναν καταχείµωνο, µετά τα πρωτοβρόχια.
Τα κοτσύφια. Τσίχλες. Μπεκατσόνια.
Και κάτι πουλιά µεγάλα.
Καληµάνες τα λέγανε.
Κάθε εποχή είχε τα πουλιά της. Κι εγώ δεν τα χόρταινα.
Πετροκοκόρια — οι τσαλαπετεινοί. Με το λοφίο.
Και την µεγάλη, σπαθάτη ουρά.
Τα τουρλιά που φκιάνανε τη φωλιά τους καταγής,
µέσα στα σιτάρια. Οι τσιουπίτσες — από κει εβγήκε
και η τσιούπα. Η κοπελιά.
Που είχε την χάρη αυτηνού του πουλιού.
Ο Αοπρόκωλας, που είχε µια άσπρη τούφα πούπουλα
στον κώλο. Η λιάριτζα κι ο αητοµάχος λιαριτζής,
της οικογενείας των αητοειδών.
Ο συκολόγος ή συκοφάγος. Είχε απάνω τον
όλα τα χρώµατα τ' ουράνιου τόζου.
Τετετζιές. Κάτι µικρούλια που τρύπωναν κι έκαναν
τ' αυγά τους σε τρύπες δέντρων.
Ο τσιώνης, κοµµάτι µεγαλύτερος από τον σπούργιτα.
Τα τρυγόνια κι οι πέρδικες.
Ο τρυποφράχτης. Μια σταλίτσα πράµα.
Κι οι καρδερίνες.
Σαν λάληγε ο Γκιώνης ή χτυπούσε καµπάνα,
µου 'ρχόταν µελαγχολία.
Στενοχωριόµουν για τον πατέρα µου.
Που έτρεχε από τα άγρια χαράµατα
για να µας αναστήσει.
Εµπήκα από µικρός στα βάσανα της ζωής.
Σαν παιδάκι δεν χόρτασα τα παιχνίδια.
Δε λέω, έπαιζα. Αλλά στη ζούλα.
'Ετρεχα δω κει για κάνα πιάτο φαγάκι.
Για κάνα µονόφραγκο.
Τα πουλιά µε µάθανε µουσική.
Όταν πιάνοτ το όργανο και παίζω ταξίµι,
'ρχόνται τα πουλιά και κάθουνται στο τάστο.
Στο µάνικο. Και τα δάχτυλα γίνονται πουλιά.
Από µέσα τα δάχτυλα
γίνουνται όπως οι µπακούλες τους.
Και πατώ τα τάστα όπως εκείνα,
που κάθουνται στις κόρδες.
Επρόσεχα στις τηλεγραφοκολώνες,
που κάθουνταν απάνου στα σύρµατα τα χελιδόνια.
Έτσι είναι τα ταξίµια. Σαν τα χελιδόνια,
'ρχόνται την άνοιξη. Χτίζουν τις φωλιές
σία ίδια µέρη. Ή ξαναβρίσκει το ζευγάρι
τη φωλιά που άφησε. Γεννάνε. Μεγαλώνουν
τα ξεπεταρούδια. Γιοµώζει η άνοιξη ζωή.
Τα καλοκαίρια φουντώνουν για καλά.
Και σαν έρθει το φτινόπωρο,
µαζεύουνται όλα µαζί. Περιµένουν και τα αργοπορηµένα.
Δεν λαλάνε. Είναι µελαγχολικό το φτινόπωρο.
Κάθουνται πάνου στα σύρµατα και περιµένουν.
Κι όλα µαζί, µεµιάς, φρρρρτ, πάνε.
Για ζεστές χώρες. Γι' αλλού.
Στην Αφρική, λένε.
Σαν κουράζουνται στις θάλασσες,
κουρνιάζουν στα καράβια.
Ή στα φτερά πάνου άλλων πουλιών.
Που έχουν µεγάλα φτερά.
Ένα τοσοδούλι χελιδόνι και να πετάει
από τον ένα κόσµο να πάει στον άλλονα.
Μ' αρένουν τα χελιδόνια.
Αλλά µε τις γαλιάντρες είναι άλλο πράµα.
Πάει το στόµα τους ροδάνι.
Τα βλέπεις πόσα έχω; .εν κάνω χωρίς πουλιά.
Στενοχωριέµαι που τα 'χω στα κλουβιά.
Μ' αγαπάνε. Ξέρω τα χούγια τους.
Όταν είµαι στεναχωρηµένος, το πιάνουν.
Και να δεις πώς κάνουν. Σκίζεται η καρδιά τους.
Προσπαθώ να µην το δείχνω. Αλλά 'ναι χειρότερα.
Τα πουλιά δώκανε στην ψυχή µου µουσική.
Κι οι άνθρωποι, βάσανα.
Εδώ πιο πάνω, στις ράχες. Το βουνό.
Βλέπεις εκείνο το δέντρο;
Μία µέρα που τράβηξα κατά κει να ξεχλιάνω,
είδα ένα κουρµπάνι µέλισσες σαν σταφύλι.
Την άλλη µέρα, είχαν κάνει την κουφάλα σπίτι τους
και αράδιζαν.
Μια χαρά που πήρα...
Το χειµώνα, που δεν υπάρχουν λουλούδια
για να µασούν την θροφή τους,
επάγαινα και το τάιζα ζαχαρίτσα.
Και πέφτει άπου λες ένα χιόνι κι αποκόβει τα πάντα. Ξεκινάω . Μεριάζω το χιόνι. Φτάνω.
Τι να δω. Στις άκριες της κουφάλας,
πεθαµένες µια χούφτα µέλισσες.
Αδειαζω την ζαχαρίτσα µέσα.
Πάω, µόλις µαλάκωσε ο καιρός.
Αράδιζε το µελισσάκι.
Ε, δε θα το πιστέψεις.
Κάθισαν οι µέλισσες λεφούσι απάνου µου
και δε µε 'φαγε καµία.
Ξεβγήκε ο ήλιος.
Ανθισαν τα κλαριά.
Ανεβαίνω στο βουνάκι.
Πάω στο δέντρο.
Πουθενά µέλισσες.
Ανθρώπινα χέρια είχαν βουλώσει την κουφάλα µέχρι πάνω µε λάσπη.
Την ξεβουλώνω. Τηράω µέσα στο σκότος, Περιµένω µέλισσες.
Τίποτας.
Είχαν σκάσει. Αποθάνει από δίψα, ξέρω γω τι. Και κει που φεύγω,
σκάει µύτη µια µελισσούλα. Ετοιµοθάνατη. .ε θα το ξεχάσω ποτέ.
Κόσµος. Κοσµάκης. Και κουραδόπλαση».

Ο ζεϊµπέκικος κι ο ντερβίσης του

Επερπάτηγα για το κονάκι του,
αποµεσήµερο.
Εθυµόµουν έναν πρωτοχορευτή,
δεκαοχτάχρονο αµούστακο,
που εχόρευε κάθε βράδυ
στο τέλος της παράστασης
του Καπετάν Μιχάλη,
που είχε ανεβάσει ο Κατράκης
στο θέατρο του Πεδίου Άρεως.
Έπαιζε ο Μουντάκης
τον πεντοζάλη στη λύρα.
Ετίναζε σεµνά, αυστηρά, µε κράτηµα
το κορµί του στο αγέρα,
ετάνυζε χέρια πόδια,
έλαµνε το σώµα του ασίκηκα,
εγύριζε τες φούρλες επιδέξια
σε µερακλίδικο ίρτζι,
κι αναγυριστά αυτοσχεδίαζε
στα γυρίσµατα της λύρας.
Το λαγούτο κρατούσε το ίσο.
Χορευτές και ηθοποιοί
µε πιασµένη την ανάσα
αγριεύαµε
κι ασίγαστη γλύκα απ' εντός µας εξέβγαινεν.
«Α, µωρέ αµούστακο...»
ξεσπάθωνεν η κλουµπάτη φωνή του Κατράκη.
Ρυτίδωνε κάτου από το κροσσωτό µαντίλι
το µέτωπο του Κρητίκαρου
και µαταδίπλωνε τον λόγο:
«Πανάθεµα σε».
Κι από µετά βουβός θρήνος
έσκαγε στον κόρφο του:
«Παντέρµη Κρήτη...»
Επερπάτηγα προς Μάρκο
και εθυµόµουν
τους .ηµητσανίτες,
στο πανηγύρι του Αι -Γεράσιµου
στο Λοντάρι.
Έπαιζε κλαρίνο ο θρυλικός Μέργαρης.
Πάνου σ' ένα λοφίσκο
είχε σκαρώσει η νεροφαγιά
ένα αλωνάκι.
Εχόρευε ο ντουνιάς.
Τρεις δίπλες ο χορός.
Γερµένοι στο χορτάρι
οι πανηγυριώτες.
Ακούστηκε σάλαγος.
«Οι Δηµητσανίτες...»
Οι τρεις συργιές στο χορό σκόρπισαν.
Βούτηξαν µέσα στους άλλους καθήµενους, να βολευτούν.
Από πέρα ούλοι οι πουλητζήδες αφήκαν το βίος στο έλεος.
Πεπονατζήδες και καρπουζάδες,
προικέµποροι και τσιαµπάσηδες,
παστελατζήδες και µεταπράτες
ανέβαιναν τον λόφο.
Το χορευτάλωνο ερήµωσε
κι έπεσε άκρα ησυχία.
Δω - κει κάνα χρεµέτισµα αλόγου
κι απόµακρος ο της καµπάνας ήχος του εσπερινού.
Λάµπες αµίαντου εφώτιζαν, ψηλά σε κοντάρια.
Σαν σούρσιµο φιδιού εξέσπασεν σιγανό,
πολύβουο κουβεντολόγι.
Κι από µετά το σούρουπο και η σιωπή του.
Σπαθάτες περπατησιές ακούστηκαν ανάερα.
«Οι Δηµητσανίτες...»
«Σσσσς!»
αντίσκοψαν άλλοι.
Από µια πατουλιά κάτου, από ένα πανάρχαιο ρέµα,
ανέβαιναν συντροφιά
έξι άντρες.
Περπατησιά κλειδωτή, αναδιπλούµενη
σε σίγουρα σφιχτοδεµένα τσακίσµατα.
Επερπάτηγαν. Ανέβαιναν λες από τα έγκατα.
Μπρατσωµένοι, µακρυκανάτοι και πλατύστηθοι.
Μέριασε ο ντουνιάς για να περάσουν.
Στο αµίαντο το φως αγρίευε και τους φώτιζε.
Όπως αχνάριζαν, αχνάριζε και το φως στο πρόσωπο τους.
Ο Μέργαρης εσηκώθη.
Κρατούσε το κλαρίνο κάθετα στο σκαρί του.
Στο βιολί και σαντούρι οι Λοθραίοι.
Κιθαρολάουτο ο Μαδουρόκωστας.
Έφτασαν στο αλώνι.
Ο Μέργαρης αναποδογύρισε το κλαρίνο
κι έσταξε ένα ποτήρι κρασί στην ψυχή του.
Ύστερις το ακούµπησε όρθιο στο χώµα,
ν' αρπάξει τους ασίγαστους ρυθµούς του χώµατος,
που σε λίγο θα πατούσαν τα ντερβίσικα πόδια
των έξι φίλων.
Εµπήκαν σε σειρά, κύκλο.
Ο πρώτος έγνεψε στον Μέργαρη.
Επήρε ο κλαριτζής τ' όργανο και το 'φερε στο στόµα.
Έπαιξε τρυφερά δυο φορές τα χείλη του στην πένα
ταίριαξε τα µπαµπακερά δάχτυλα στα κλειδιά
κι ό