Η Κοινωνιολογική ιστορία του ρεμπέτικου

της Μαρίας Κωνσταντινίδου

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ


Αρχίζοντας την εξέταση του φολκλόρ των αστικών κέντρων (folklore urbano) στην Ελλάδα, φτάνουμε κατ' ευθείαν στο πιο βαθύ χαρακτηριστικό τους, δηλαδή τη μουσική που εκφράζει όλη την εποχή, την ιστορία, τις κοινωνικές συνθήκες, τα ήθη, τα έθιμα και τον τρόπο ζωής της εποχής που θέλουμε να εξετάσουμε. Το μουσικό φολκλόρ των αστικών κέντρων εκφράζεται μέσα από τραγούδια δημιουργημένα κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα ως το 1950-55 περίπου. Για τα τραγούδια αυτά χρησιμοποιείται η ιδιαίτερη ονομασία «ρεμπέτικα». Η καταγωγή του όρου ανάγεται στην περίοδο της τουρκοκρατίας στην Ελλάδα (1453-1821) και σημαίνει τον εκτός νόμου ή εκείνον που τίθεται έξω από τους κυρίαρχους κανόνες ζωής, πολιτικής και νοοτροπίας μιας κοινωνίας. Σαν περαιτέρω εξήγηση μπορούν να χρησιμοποιηθούν, με κάποια επιφύλαξη, οι λέξεις απόκληρος, κοινωνικά απροσάρμοστος. Η περίοδος της γέννησης και της εξάπλωσης των παραπάνω τραγουδιών συμπίπτει με τη φάση της ανάπτυξης της βιομηχανικής κοινωνίας στην Ελλάδα.

Η συγκέντρωση πληθυσμού γύρω από τα αστικά κέντρα και η σχηματοποίηση ομάδων στην περιφέρεια, στο περιθώριο αυτών των κέντρων, συνέβαλαν στη δημιουργία και ανάπτυξη του ρεμπέτικου.

Ειδικότερα αυτά τα τραγούδια των ομάδων ή στρωμάτων που ζουν στα πέριξ των αστικών κέντρων είναι η έκφραση της άμυνας τους απέναντι στους μηχανισμούς αποκλεισμού τους από τη μεριά των κυρίαρχων στρωμάτων ή κυρίαρχων ομάδων εκείνης της εποχής. Είναι η έκφραση μιας προσπάθειας για κοινωνική ταυτότητα, για ταυτότητα έκφρασης, μια έκφραση ζωής σαν μια ατελείωτη προσπάθεια για επιβίωση, για μια συνέχεια της ύπαρξης τους.

Τα πρώτα μεγάλα ελληνικά (από άποψη πληθυσμού) αστι­κά κέντρα στο τέλος του 1800 ήταν τα λιμάνια της Ανατολικής Μεσογείου, μετάξι των οποίων η Σμύρνη. η Ερμούπολη, ο Πειραιάς, η Θεσσαλονίκη και η Κωνσταντινούπολη.

Οι μουσικές ρίζες του ρεμπέτικου ανάγονται στη βυζαντι­νή Εκκλησιαστική μουσική και στο δημοτικό τραγούδι του ελληνικού πληθυσμού της Μικράς Ασίας και των νησιών του Αιγαίου. Επίσης το ρεμπέτικο το, αρχικά, περιθωριακό και αργότερα λαϊκό τραγούδι του αστικού κέντρου έχει δεχτεί επιδράσεις από τους αραβικούς μουσικούς ρυθμούς.

Χώρος της αρχικής διαμόρφωσης του ρεμπέτικου υπήρξε η φυλακή και ο τεκές· (τουρκική λέξη που σημαίνει ιερή μονή και χρησιμοποιόταν για να δειχτεί ο χώρος όπου ο κόσμος μαζευόταν για να καπνίσει χασίσι). Το τραγούδι αυτό εξαπλώθηκε σιγά-σιγά πέρα απ' αυτούς τους δύο χώρους και τους ανθρώπους τους σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα.

Η ιστορία του ρεμπέτικου ταυτίζεται με την ιστορία της νεότερης Ελλάδας (τέλη του 1800 έως το 1950-55) και ειδικότερα με την ιστορία της ανάπτυξης των υποπρολετάριων ή γενικότερα του υποαπασχολούμενου ελληνικού πληθυσμού, που αυτήν την περίοδο αποτελεί τη μεγάλη πλειοψηφία του λαού, σπρωγμένος έξω από το σύστημα, από τους μηχανισμούς του ανερχόμενου καπιταλισμού, σε μια κοινωνία στο δρόμο για την βιομηχανοποίηση.

Τα προαναφερόμενα κοινωνικά στρώματα, που εκφράστηκαν μέσα από το ρεμπέτικο και ήταν συγκεντρωμένα, σε γκέτο, στην περιφέρεια των αστικών κέντρων, είχαν όλα τα χαρακτηριστικά των περιθωριοποιημένων πληθυσμών: περιορισμένη κοινωνική και γεωγραφική κινητικότητα, τοπικό συγκεντρωτισμό, ιδιαίτερη δική τους προφορική κουλτούρα που να βασίζεται στις διαπροσωπικές σχέσεις, σε χαρακτηριστικές συνήθειες, ήθη, έθιμα και κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς. Αυτή η συνοχή και η ένταση στην επικοινωνία, μέσα από μια κοινότητα ζωής και μοίρας, δημιούργησε μιαν ιδιαίτερη φιλοσοφία ζωής και ιδιαίτερους αισθητικούς κανό­νες, οι οποίοι εκφράζονται μέσα από τα τραγούδια τους.

Εξ αντιπαραθέσεως, μέσα από αυτήν την έκφραση των τραγουδιών και την απόρριψη της καπιταλιστικής ιδεολογίας από τη μεριά των πιο καταπιεσμένων κοινωνικών στρωμάτων μπορούμε να διαβλέψουμε την ιστορία της άμεσης ανόδου της ελληνικής αστικής τάξης κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα,

Οι μηχανισμοί της περιθωριοποίησης των ανεπιθύμητων στοιχείων για το κυρίαρχο σύστημα, δυναμώνουν το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, την επιθυμία για επιβίωση των αποκλεισμένων ομάδων και την ανάγκη τους να διατηρήσουν μια δική τους ιδιοτυπία, ιδιομορφία.

Το στοιχείο που χαρακτηρίζει με ιδιαίτερο τρόπο τις κοινωνικές ομάδες στην περιφέρεια του αστικού κέντρου είναι οι προσωπικές σχέσεις που διαμορφώνουν αμοιβαίους κανόνες συμπεριφοράς και η έντονη επικοινωνία ανάμεσα στα μέλη που απαρτίζουν την ομάδα. Όλα αυτά έρχονται σε φοβερή αντίθεση με την αποπροσωποίηση των σχέσεων που χαρακτηρίζουν στο σύνολο της την καπιταλιστική κοινωνία.

Η ενότητα, η σταθερότητα και η συνέχεια αυτής της κουλτούρας (και με τη λέξη κουλτούρα εννοούμε, σύμφωνα με τη διεθνή ορολογία, ήθη και έθιμα, τρόπο ζωής, έκφρασης και κοινωνικής δομής), εξαρτάται αναλογικά από την ικανότητα αφομοίωσης αυτής της κουλτούρας από το κυρίαρχο ή κυβερνών σύστημα.

Οι κοινωνικές ομάδες που ζουν ξέχωρα, σε χρόνο και τόπο σταθερό ή μεταβατικό όπως οι στρατιώτες, οι εργάτες όταν απεργούν, οι φοιτητές, οι ναύτες, οι γυναίκες, οι φυλακισμένοι, οι τσιγγάνοι ή και οι ξενιτεμένοι, γίνονται εργαστήρια αντικουλτούρας, δημιουργούν κοινά μέτωπα στην υπόλοιπη κοινωνία γιατί έχουν να αντιμετωπίσουν τις ίδιες συνθήκες ζωής, τα ίδια προβλήματα σε αντιπαράθεση με την κυρίαρ­χη επίσημη κουλτούρα των κυβερνώντων. Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο δημιουργούνται και αναπτύσσονται φαινόμενα εθνογραφικά μιας διαφορετικής τάξης πραγμάτων ή αταξίας, όπως η μουσική και τα τραγούδια, τα τατουάζ, τα γραμμένα στους τοίχους των φυλακών, των εργοστασίων, των πανεπι­στημίων, των στρατώνων συν τα διάφορα χειροτεχνήματα που φτιάχνουν.

Κατά τη διάρκεια της πρώτης περιόδου του ρεμπέτικου, τέλη του 1800-αρχές του 1900, ο οργανοπαίκτης παίζει μόνο για το κέφι του και για το κέφι της παρέας του. Αυτός που φτιάχνει το τραγούδι είναι, σχεδόν πάντα, ένας από την ομάδα ή την παρέα, αν και συνήθως η δημιουργία του τραγουδιού συντελείται σε μια στιγμή κοινότητας και επικοινωνίας όλων των μελών της παρέας, άσχετα αν εκφράζεται από ένα μόνο μέλος της. Αυτός ο ένας, εκείνη τη στιγμή, συλλαμβά­νει και εκφράζει το κλίμα και τις συνθήκες που επικρατούν κατά τη διάρκεια των κοινών αυτών στιγμών, συλλαμβάνει και εκφράζει τη διάθεση όλων.

Οι χώροι επικοινωνίας και συνάντησης των περιθωριακών, αυτήν την πρώτη περίοδο, είναι ο τεκές και η φυλακή, ή ο τεκές-ταβέρνα. Εξ αιτίας δε του γεγονότος ότι οι οργανοπαίκτες και τραγουδοποιοί δεν ήξεραν να γράφουν μουσική, η διάδοση των τραγουδιών γινόταν προφορικά και μέσω των μελών της παρέας.

Η διαδικασία της κοινοτικής (κοινής) και ανώνυμης δημιουργίας εξηγεί την ιστορική και κοινωνική σημασία αυτού του είδους της καλλιτεχνικής δημιουργίας και επιτρέπει μια πιο πλατιά κατανόηση της κουλτούρας και των μηνυμάτων που προέρχονται από αυτά τα κοινωνικά στρώματα. Στη συνέχεια, με το «γράψιμο» των πρώτων δίσκων, ο αυθορμητισμός και ο αυτοσχεδιασμός θα αφήσουν τη θέση τους σε έναν διαφορετικό τρόπο δημιουργίας των τραγουδιών -γύρω στο 1930- που περιέχει μεγαλύτερο συντονισμό από τον προηγούμενο.

Τέλος, μετά το 1950, η σύνθεση των τραγουδιών γίνεται καθαρά επαγγελματική, η δε διάδοση και παραγωγή τους γίνεται μαζική. Κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων αλλά­ζει επίσης η σημασία, η ουσία, ο ρυθμός και η μουσική των τραγουδιών.

Μέχρι το 1930 η συνεργασία ανάμεσα στον συνθέτη, στιχουργό, τραγουδιστή και οργανοπαίκτη είναι τόσο στενή που γίνεται πολύ δύσκολο να καθοριστεί με ακρίβεια ο βαθμός της συμμετοχής τους στη σύνθεση του τραγουδιού. Αυτός εί­ναι ο λόγος για τον οποίον οι παραπάνω συντελεστές στη σύνθεση του τραγουδιού δεν ήταν δυνατό να ξεκαθαρίσουν το ποσοστό των δικαιωμάτων τους επί της δημιουργίας του τραγουδιού. Αυτό έφερε τη σύγχυση και την διεκδίκηση του ίδιου τραγουδιού από περισσότερους από έναν δημιουργούς και ατελείωτες μεταξύ τους αντιδικίες, τις οποίες ενέτεινε το γεγονός ότι το ρεμπέτικο και το μετέπειτα λαϊκό (μετά το 1960) τραγούδι έγινε πηγή μεγάλου εμπορικού κέρδους.

Όπως είναι γνωστό, η καλλιτεχνική δημιουργία στην καπιταλιστική κοινωνία είναι ατομική έκφραση. Είναι προϊόν που απευθύνεται σε απρόσωπα πλήθη ανθρώπων και υφίσταται τους κανόνες της εμπορευματοποίησης. Αντίθετα, η έκφραση της περιθωριακής αλλά ακόμα και της λαϊκής κουλτούρας έχει χαρακτηριστικά της τη συμμετοχή, τον αυθορμητισμό και την άμεση επικοινωνία.

Το ρεμπέτικο που έχει βάσεις στην κουλτούρα του περιθωρίου συντέλεσε στη συνέχιση, μετάδοση και επιβολή ενός τρόπου ζωής και μιας νοοτροπίας που διαμόρφωσε την προσωπικότητα των νεοελλήνων.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΟΙ ΡΙΖΕΣ


Μετά την επανάσταση του 1821 οι Έλληνες που ζούσαν στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος δεν αποτελού­σαν παρά ένα μέτριο ποσοστό, σε σχέση με το σύνολο του ελληνικού πληθυσμού. Στις 750 χιλιάδες κατοίκους του αντιστοιχούσε ένα τριπλάσιο νούμερο ελληνικού πληθυσμού που ζούσε ακόμη σε περιοχές κατεχόμενες από τους Τούρκους. Έτσι, μετά την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, το 1829, με σύνορα περιορισμένα στην άκρη της Βαλκανικής χερσονήσου -περιοχή αποτελούσα άλλοτε την αρχαία Ελλάδα- ο ελληνικός πληθυσμός χωρίζεται σε τρεις κατηγορίες: α) εκείνη που ζούσε μέσα στα. σύνορα του νέου ελληνικού κράτους, β) εκείνη που ζούσε στο έδαφος της οθωμανικής αυτοκρατορίας και γ) στους Έλληνες της διασποράς, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων ζούσε, στις διάφορες πόλεις των βαλκανικών κρατών και στη Βόρειο Αμερική.

Όλη η Ανατολική Μεσόγειος -εκτός του νέου ελληνικού κράτους- ήταν κάτω από την κυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και, παρ' όλο που οι δύο χώρες βρίσκονταν σε διαφορετικές συνθήκες, πολιτικές και οικονομικές, είχαν σαν κοινό παρονομαστή τη γεωγραφική τους θέση στην Ανατο­λική Μεσόγειο και την κοινή εμπειρία της επίδρασης από την Ευρώπη: πολιτικές και οικονομικές μεταλλαγές και μεταρρυθμίσεις βασισμένες στα ευρωπαϊκά μοντέλα, μια κυβερνητική πολιτική για κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, ενημέρωση και πληροφόρηση στις καινούργιες καλλιτεχνικές και μορφωτικές κινήσεις.

Αναγνωρίζοντας τις κοινές εμπειρίες των δυο χωρών, παύει κανείς να δίνει τόση σπουδαιότητα στα σύνορα που χωρίζανε τους Έλληνες του ελεύθερου ελληνικού εδάφους από τους Έλληνες των κατεχομένων εδαφών από τους Οθωμανούς. Για ένα λόγο παραπάνω, επειδή αυτή η κατοχή ήταν σχετική, γιατί οι Τούρκοι δεν επέβαλλαν στους διάφορους πληθυσμούς που ζούσαν στο έδαφος τους να αλλάζουν κουλτούρα, γλώσσα και θρησκεία. Τουλάχιστον όχι τόσο όσο το επέβαλαν, όπως είναι γνωστό, οι Γάλλοι, οι Ολλανδοί, οι Πορτογάλοι και λοιποί.

Πρέπει να αναφερθεί ότι περισσότερες πιέσεις είχε δεχτεί ο πληθυσμός της λεγόμενης κυρίως Ελλάδας από 'κείνον της Μ. Ασίας, οποί οι ελληνικές κοινότητες ήταν πιο ανεπτυγμένες οικονομικά.

Α) Στο νέο ελληνικό κράτος είχαν αρχίσει, στο διάστημα του πρώτου μισού του αιώνα, να εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια ενός μοντέρνου πολιτικού" συστήματος, μιας σύγχρονης οικονομίας και μιας κοινωνίας με καινούργιες αξίες από πλευράς κουλτούρας, (όπως ήδη έχουμε πει, με τον όρο κουλτούρα εννοούμε: ήθη, έθιμα, τρόπο ζωής κ.λ.π.). Δημιουργούνταν δηλαδή μια καινούργια ισορροπία ανάμεσα στη συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού και στις αιφνίδιες αλλαγές που επέβαλλε η ραγδαία κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη της Ευρώπης, η ίδρυση του νέου Ελληνικού Κράτους και η συνεχής αποδυνάμωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Αρχίζοντας από την περίοδο της μοναρχίας του Όθωνα (1833-1863), στο εσωτερικό της κυρίως Ελλάδας προείχε η καλλιέργεια της γης με τα παραδοσιακά μέσα σαν βάση της οικονομικής ζωής, ενώ στα λιμάνια και στα νησιά του Αιγαίου επικρατούσε μια ανεπτυγμένη οικονομία, βασισμένη στο εμπόριο και στις μεταφορές μέσω θαλάσσης. Η πλεονεκτική θέση των τελευταίων είχε επηρεάσει πολύ τη σχέση ανάμε­σα στα λιμάνια και το εσωτερικό της Ελλάδας.

Οι αγροτικές κοινότητες που, ως εκείνη την εποχή, ήταν αυτάρκεις και αποκομμένες από το κέντρο, άρχισαν να είναι εξαρτημένες από τις λειτουργίες του. Παρουσιάστηκε έτσι μια βαθμιαία αλλαγή ισορροπίας μεταξύ της οικονομικής ζωής της αγροτικής και αυτόνομης κοινότητας και της εμπορευματικής και ναυτιλιακής οικονομικής ζωής του κέντρου· παρατηρήθηκε δηλαδή αποδυνάμωση της πρώτης και ενδυνάμωση του δευτέρου με αποτέλεσμα τη διαφοροποίηση, από πλευράς κοινωνικής ζωής και κουλτούρας, των πληθυσμών που υπεισέρχονταν σ' αυτήν τη διαφορετική ισορροπία σχέσεων κέντρου-υπαίθρου.

Η μεγαλύτερη ευκολία της επικοινωνίας μέσω των θαλάσσιων δρόμων σε σχέση με το εσωτερικό της Ελλάδας, όπου τα μέσα μεταφοράς και επικοινωνίας ήταν περιορισμένα, συνέβαλε στην καλύτερη λειτουργία του εμπορίου και στην ανάπτυξη της εμπορικής ναυτιλίας, η οποία, μετά την καταστροφή της κατά τη διάρκεια της επανάστασης του '21, κατόρθωσε να ξαναποκτήσει τη δραστηριότητα που είχε σε πα­λαιότερα χρόνια.

Το πιο σπουδαίο λιμάνι της κυρίως Ελλάδας βρισκόταν στη Σύρο, νησί των Κυκλάδων. Η Σύρος γνώρισε μια γρήγορη ανάπτυξη από το 1821 και μετά. Ο ρυθμός αυτής της ανάπτυξης αυξάνεται μετά το 1833. Το νησί δεν υπέστη τις κατα­στροφές που είχαν υποστεί τα άλλα νησιά κατά τη διάρκεια του '21 γιατί η Γαλλία το είχε κάτω από την προστασία της, καθότι οι κάτοικοι του νησιού ήταν καθολικοί στο θρήσκευμα. Η Ερμούπολη ήταν το λιμάνι του νησιού, όπου δημιουργήθηκαν σχολεία, θέατρα, τράπεζες, ναυπηγεία, κυβερνητικές υπηρεσίες, τελωνείο, ασφαλιστικές εταιρίες, ναυτιλιακές εταιρίες κ.λ.π. Εκείνη 6ε την εποχή, αποτελούσε το γεφύρι για τις εμπορικές και λαογραφικές-ηθογραφικές ανταλλαγές μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

Παρ' όλα αυτά, όμως, η επίσημη κυβερνητική πολιτική ήταν υπέρ της ανάπτυξης της Αθήνας, της πρωτεύουσας, και του λιμανιού της, του Πειραιά. Έτσι δημιουργήθηκε μια βαθμιαία συγκέντρωση των οικονομικών δραστηριοτήτων σ' αυτό το πολιτικοοικονομικό κέντρο, δηλαδή Πειραιά και Αθήνα. Στη δεκαετία του 1870-1880 ο Πειραιάς ξεπερνά, σε δραστη­ριότητα και επιρροή στην οικονομική ζωή της χώρας, τη νήσο Σύρο και γίνεται το πρωτεύον λιμάνι τον νέου Ελληνικού Κράτους.

Β) Αλλά ο βαθμός της επίδρασης των Ελλήνων στο εμπόριο και στην οικονομική ζωή των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής δεν αντιπροσωπευόταν μόνο από τη δραστηριότητα τους μέσα στα σύνορα του καινούριου κράτους αλλά και την πέρα απ' αυτά, εκεί που ζούσαν και δούλευαν περισσότεροι από 100.000 έμποροι. Μόνο το 5% απ' αυτούς είχαν έδρα στην κυρίως Ελλάδα και μόνο το 20% από αυτούς ανα­φερόταν στην εσωτερική αγορά του καινούριου κράτους, με ετήσιο τζίρο 300.000.000 φράγκων. Τα 2/3 αυτού του συνόλου περνούσαν από το λιμάνι της Σύρου. Το 80% των εμπορικών και ναυτιλιακών επιχειρήσεων είχαν σημείο αναφοράς τη Μικρά Ασία, την Αίγυπτο, τη Νότια Ρωσία και τη Δυτική Ευρώπη, την ίδια χρονική στιγμή που τα αγροτικά προϊόντα και οι πρώτες ύλες από την Ανατολή ανταλλάσσονταν με τα βιομηχανικά προϊόντα της Δύσης.

Η ευκολία της επικοινωνίας και των μεταφορικών μέσων μεταξύ των παραλίων των ελληνικών νησιών και των μεγάλων λιμανιών προσέφεραν ένα έδαφος ευνοϊκό στις εμπορικές συναλλαγές ανάμεσα στην Ελλάδα και στις χώρες της Ευρώπης.

Ουσιαστικά το ελληνικό εξωτερικό εμπόριο γινόταν με τις περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας, περιοχές με υψηλό ποσοστό ελληνικού πληθυσμού, γεγονός που αποδεικνύει τις στενές υπάρχουσες σχέσεις ανάμεσα στον ελεύθερο ελληνικό πληθυσμό και τον πληθυσμό υπό την κατοχή της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Όπως έχει λεχθεί, τα μεγάλα οικονομικά κέντρα των Ελλήνων, η Κωνσταντινούπολη, η Σμύρνη, η Θεσσαλονίκη, βρίσκονταν έξω από τα σύνορο του νέου Ελληνικού Κράτους. Στην πραγματικότητα, πρωτεύουσα του ελληνικού πληθυσμού ήταν η Πόλη και όχι η Αθήνα.

Ο αριθμός του ελληνικού πληθυσμού στην ευρωπαϊκή πλευρά της οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν ένα εκατομμύριο διακόσιες χιλιάδες κάτοικοι. Στη Μικρά Ασία ζούσαν 1.500.000 κάτοικοι Έλληνες και στα μη απελευθερωμένα νησιά του Αιγαίου συμπεριλαμβανομένης της Κρήτης και της Κύπρου, 600.000 κάτοικοι.

Το γεγονός ότι ο πληθυσμός του νέου Κράτους αντιπροσώπευε μόνο το 1/4 του συνόλου του ελληνικού πληθυσμού, περιορίζει την επίδραση που αυτός ο πληθυσμός θα μπορούσε να εξασκήσει από πλευράς οικονομικής, κοινωνικής και εθιμολογικής στο σύνολο της ελληνικής κοινωνίας κατά την υπό εξέταση περίοδο.



ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΜΕ ΥΨΗΛΟ ΠΟΣΟΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ

ΘΡΑΚΗ-ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ



Ακόμη και μετά την κατάληψη από τους Οθωμανούς το 1453, η Κωνσταντινούπολη συνέχισε να έχει μια πολύ σπουδαία θέση στο εμπόριο μεταξύ Ανατολής και Δύσης και να είναι το κέντρο για την ανάπτυξη της Εμπορικής Ναυτιλίας.

Η ανάπτυξη αυτή αυξήθηκε με τη διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ και τις μεταφορές των εμπορευμάτων μέσω της Ερυθράς Θάλασσας στις Ινδίες. Ήταν, λοιπόν, η Πόλη, ένα κέντρο εμπορικό, πνευματικό και θρησκευτικό για όλους τους πληθυσμούς εκείνης της γεωγραφικής περιοχής και κατά μείζονα λόγο για τους Έλληνες, επειδή γι' αυτούς δεν έπαυε να είναι η μεγάλη πρωτεύουσα του Βυζαντίου. Το 1843 η Κωνσταντινούπολη (πρωτεύουσα τώρα και των Οθωμανών), είχε σύνολο 450.000 κατοίκους, από τους οποίους οι 120.000 ήταν Έλληνες. Το 1878 σε σύνολο 653.000 κατοίκων, οι 250.000 ήταν Έλληνες, οι 190.000 μουσουλμάνοι, οι 2.000 Βούλγαροι, οι 90.000 Αρμένιοι, Εβραίοι και άλλων εθνικοτήτων και οι 60.000 Ευρωπαίοι υπήκοοι.

Σύμφωνα με τον F. Bianconi, που γνώρισε την Τουρκία κατά την περίοδο 1872-1876, ο ελληνικός πληθυσμός όλης της Θράκης, μαζί με την Πόλη και τον Βόσπορο, έφτανε τo 1.000.000 κατοίκους. Σχεδόν όλες οι εμπορικές εξαγωγές βρίσκονταν στα χέρια των Ελλήνων, ενώ οι εισαγωγές ήταν οι μισές στα χέρια των Εβραίων και οι μισές στους Έλληνες. Το ίδιο ίσχυε και για τις τραπεζιτικές επιχειρήσεις.

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ-ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Το πιο σπουδαίο λιμάνι της Μακεδονίας ήταν η Σαλονίκη. Μετά την Πόλη ήταν το δεύτερο λιμάνι και κέντρο μεταφορών και εμπορίου της ευρωπαϊκής Τουρκίας. Κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα υπήρχε κλίμα ηρεμίας μεταξύ Ελλήνων και Μουσουλμάνων, όπως σημείωναν και παρατηρούσαν όλοι οι ταξιδιώτες, οι περιηγητές και οι έμποροι, πράγμα το οποίο ωφέλησε στην εσωτερική μετανάστευση. Από διάφορα ντοκουμέντα βλέπουμε την ανάπτυξη του πληθυσμού της Θεσσαλονίκης κατά τη διάρκεια των ετών 1840-1880.

 

 

1840

1860

1880

Εβραίοι

25.000

30.000

40.000

Μουσουλμάνοι

20.000

22.000

25.000

Έλληνες

13.000

16.000

25.000

Ευρωπαίοι

1.000

2.000

3.000

Σύνολο

59.000

70.000

93.000



Όπως στην Κωνσταντινούπολη και εδώ οι Έλληνες συνέβαλαν στην ανάπτυξη του εμπορίου και της εμπορικής ναυ­τιλίας.

ΤΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ

Είναι 14 κύρια νησιά του Αιγαίου και βρίσκονται προς την Ανατολική πλευρά της Μικράς Ασίας. Μετά το Σύμφωνον της Κωνσταντινουπόλεως του 1832, αυτά τα νησιά παρέμειναν υπό την κυριαρχία των Τούρκων, αν και το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού ήταν ελληνικής καταγωγής. Γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα σε σύνολο 85.000 κατοίκων, οι 70.000 ήταν Έλληνες. Οι βασικοί τομείς της οικονομίας ήταν η γεωργία, η κτηνοτροφία, η χειροτεχνία και, περισσότερο από όλα, το εμπόριο μέσω της εμπορικής ναυτιλίας. Οι εισαγωγές και εξαγωγές γίνονταν με τη Σμύρνη και τα άλλα κέντρα της Μικράς Ασίας και αργότερα με τη Συρία, την Κρήτη, την Αίγυπτο και την Ευρώπη.

ΤΑ ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΝΟΤΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

Και αυτά τα νησιά, αν και ήταν κάτω από την κυριαρχία των Τούρκων, είχαν οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη αρκετά σπουδαία εξ αιτίας της γειτονίας τους με τα παράλια της Μικράς Ασίας και της Κωνσταντινούπολης. Το πιο μεγάλο απ' αυτά τα νησιά είναι η Λέσβος, που παρουσίασε μια γρήγορη ανάπτυξη και αύξηση πληθυσμού κατά τη διάρκεια της 50ετίας 1830-1880. Το 1930 είχε 25.000 κατοίκους, εκ των οποίων οι 12.000 ήταν Τούρκοι. Από το 1840 ως το 1870 ανέβηκε στις 60.000-70.000 κατοίκους και στη 10ετία 1870-1880 ο αριθμός των κατοίκων της έφτασε τις 100.000-120.000. Η πλειονότητα τους ήταν Έλληνες. Οι Τούρκοι κάτοικοι της την ίδια περίοδο δεν ήταν παραπάνω από 13.000-15.000. Το 1881 οι εξαγωγές από το λιμάνι του νησιού έφταναν τα 18 με 20.000.000 φράγκα. Ανάλογες με τις εξαγωγές ήταν και οι εισαγωγές που έφταναν τα 12 με 15.000.000 φράγκα καλύπτοντας τις ανάγκες του πληθυσμού του νησιού.

Η ΔΥΤΙΚΗ ΜΙΚΡΑ AΣIA

Ο πληθυσμός των διαφόρων επαρχιών της Δυτικής Μικράς Ασίας κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου (1830-1880) μπορεί να υπολογιστεί μόνο κατά προσέγγιση, γιατί οι Τούρκοι έκαναν τις δημογραφικές απογραφές χωρίς προσοχή και με όση συντομία γινόταν.

Πάντως είναι σίγουρο ότι μετά την ίδρυση του νέου Ελληνικού Κράτους, από το 1830 και μέχρι το 1881, ο ελληνικός πληθυσμός της Δυτικής Μικράς Ασίας παρουσίασε μια αξιόλογη αύξηση παρ' όλα τα προηγούμενα «δύσκολα χρόνια». Πολύ γρήγορα άρχισαν να επιστρέφουν οι αυτοεξόριστοι Έλληνες που είχαν καταφύγει στην κυρίως Ελλάδα εξ αιτίας των διωγμών που έκαναν οι Τούρκοι κατά τη διάρκεια των χρόνων της επανάστασης του '21.

Μετά τη συμφωνία της Calitza του 1855, καλυτέρεψαν οι σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας. Ελληνικός πληθυσμός από την Πελοπόννησο, τις Κυκλάδες, την Αττική, τη Βοιωτία, την Εύβοια, αλλά και από περιοχές υπό την κυριαρχία των Τούρκων, όπως από τα νησιά του Αιγαίου, τη Θεσσαλία, τα Ιόνια νησιά, την Καππαδοκία, έρχονταν να κατοικήσουν στη Μικρά Ασία και ειδικότερα στη Σμύρνη. Σε όλες σχεδόν τις πόλεις των διαφόρων επαρχιών της Δυτικής Μικράς Ασίας υπήρχαν μεγάλες ελληνικές κοινότητες, αλλά, κυρίως, οι Έλληνες πήγαιναν να κατοικήσουν σε μέρη όπου οι Τούρ­κοι δεν αποτελούσαν μεγάλο μέρος του πληθυσμού ή αποτελούσαν μόνο το μισό του πληθυσμού, όπως στα Μουδανιά, στο Σίγι, στο Τερλιέ, στην Προύσσα, στο Μπαϊντίρ, στο Αϊβαλί, στην Πέργαμο, στην Έφεσσο, στη Νικομήδεια, στη Μα­γνησία και αλλού.

Το Αϊβαλί είχε 35.000-40.000 κατοίκους. Ανήκε στην επαρχία της Προύσσας και ήταν το σπουδαίο κέντρο μετά τη Σμύρνη.

Η επαρχία του Αϊδινίου είχε 1.000.000 κατοίκους, εκ των οποίων οι 430.000 ήταν Έλληνες. Η Σμύρνη ήταν η πιο σπου­δαία πόλη της επαρχίας Αϊδινίου, αλλά και όλης της Μικράς Ασίας. Το 1836 είχε 40.000 κατοίκους Έλληνες και 75.000 μουσουλμάνους, σ' ένα σύνολο 150.000 κατοίκων. Το 1850, σύμφωνα με τα ντοκουμέντα του Dieterich, ο ελληνικός πλη­θυσμός έφτανε τις 60.000 σ' ένα σύνολο 125.000 κατοίκων.

Το 1885, σύμφωνα με τον Δ. Γεωργιάδη, είχε 100.000 Έλληνες κατοίκους και 50.000 μουσουλμάνους, σ' ένα σύνολο που ξεπερνούσε τους 200.000 κατοίκους.

Η Σμύρνη ήταν το οικονομικό κέντρο των εξαγωγών και. εισαγωγών των διαφόρων προϊόντων όχι μόνο της επαρχίας Αϊδινίου αλλά και της επαρχίας της Προϋσσας, του Ικονίου και άλλων. Η κατασκευή των σιδηροδρομικών γραμμών από τους Εγγλέζους (1866 - η πρώτη σιδηροδρομική γραμμή ένωνε τη Σμύρνη με το Αϊδίνιον), η κατασκευή του λιμανιού από τους Γάλλους το 1875 συμφωνά με καινούργια μοντέλα, διευκόλυνε τις μεταφορές και το εμπόριο με το εξωτερικό και το εσωτερικό.

Οι Έλληνες είχαν το μεγαλύτερο μέρος στην οικονομική δραστηριότητα στα πιο σπουδαία κέντρα της Δυτικής Μικράς Ασίας, οι δε σχέσεις τους με του; Ευρωπαίους ήταν ανταγωνιστικές ή συνεργασίας.

Η εμπορική ναυτιλία, σε άμεση σχέση με το εμπόριο, είχε αξιόλογη ανάπτυξη. Η κίνηση των πλοίων με ατμό (άρχισε το 1839) συνέβαλε επίσης στην ανάπτυξη καινούριων εμπορικών κέντρων και στην αύξηση των ανταλλαγών και των εμπορικών συναλλαγών. Έτσι, το 1880 ο συνολικός όγκος των εισαγωγών και εξαγωγών ξεπερνούσε τα 250.000.000 φράγκα το χρόνο, πράγμα που δεν ήταν δυνατό κατά την πρώτη 50ετία του 19ου αιώνα, όπου ο συνολικός όγκος των εισαγωγών και εξαγωγών δεν έφτανε περισσότερο από 100.000.000 φράγκα.

Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις των περιηγητών και των εμπόρων εκείνης της εποχής, η Σμύρνη ήταν μια πολύ όμορφη πόλη, μια πόλη της Ανατολής στην οποίαν έφτανε ο άνεμος της Δύσης.


ANTON PROKESCH VON OSTEN
(1795-1876)


Πρώτος πρέσβης της Αυστρίας στην Ελλάδα

«Εδώ, στη Σμύρνη, σαν να έδωσαν οι λαοί το ραντεβού τους, ο καθένας προσπαθεί να δείξει από πού έρχεται, ένα τουρλού-τουρλού που όταν το βλέπεις σα να ζαλίζεσαι. Από παριζιάνικο φράκο μέχρι περσική κελεμπία, από ευρωπαϊκό καπέλλο περιπάτου μέχρι το περήφανο τουρμπάνι τον εμίρη κι από το λονδρέζικο ναυτικό πηλίκιο μέχρι το άσπρο καλπάκι τον ανατολίτη χριστιανού ή το κόκκινο φέσι τον Αρμένιον. Ασάλευτοι γενίτσαροι με το τσιμπούκι τον άργιλε στο στόμα ξαπλωμένοι πάνω σε όμορφα χαλιά μπροστά σε ξένα προξενεία, Εβραίοι, Έλληνες, Αρμένηδες στους δρόμους, στα σπίτια και στα μαγαζιά, παρδαλοφορεζικημένοι ναυτικοί από της γης τα πέρα­τα να τρέχουν να τελειώσουν τις δουλειές τους. Πανέμορφες γυναίκες πλουσίων ελλήνων και Φράγκων με τα μαργαριτάρια και τα λουλούδια τους, με τις χρυσοκεντημένες πολύχρωμες μαντήλες στα μαλλιά, τα πέπλα και τα νταντελένια φορέματα και τα χρυσά βραχιόλια. Κι από την άλλη, Τουρκάλες που σαν φαντάσματα περνούν το δρόμο με το βλέμμα ριγμένο στη γη.

Εβραιοπούλες πλούσια ντυμένες, από τα νησιά και την Αραπιά και από τα βάθη της Ασίας, φορτωμένες χρυσά φλουριά και αραχνοΰφαντα φορέματα απανωτά...

Τα σπίτια είναι χτισμένα αεράτα, φωτεινά, ευκολόβαλτα όπως ταιριάζει στο κλίμα εδώ που δεν φοβάται παρά μόνο το σεισμό και τη φωτιά. Τα τζάμια, οι αγορές, τα χαμάμια με τους μολυβένιους τρούλους, οι λυγεροί μιναρέδες ψιλοδουλεμένοι και χρωματιστοί. Κι έπειτα οι τάφοι ανάμεσα στα άλση των κυπαρισσιών, οι συκιές, οι πορτοκαλιές, οι ελιές και οι μουριές και οι χουρμαδιές αναρίθμητες σε αναρίθμητους σχηματισμούς μέσα στους άπειρους κήπους. Τέλος, αέρας, ουρανός, γη και νερό σκαρώνουν έναν ολοζώντανο κόσμο που άλλοτε σε σαγηνεύει, άλλοτε πάλι σου μιλάει απαλά, αιχμαλωτιζοντας με γλύκα όλες σου τις αισθήσεις».


ΤΟ ΛΑΪΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΩΣ ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΩΝ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΠΕΡΙΟΧΩΝ – ΚΕΝΤΡΩΝ


Η πρώτη περίοδος του λαϊκού τραγουδιού των αστικών κέντρων (τέλη 1800-αρχές 1900), το λεγόμενο σμυρναίικο, έχει ως χώρο δημιουργίας του τα αστικά κέντρα-λιμάνια, τα αναφερόμενα παραπάνω. Εκεί έγινε αρχικά το πέρασμα από την παραδοσιακή δημοτική μουσική κουλτούρα στη λαϊκή μουσική κουλτούρα της Μητρόπολης. Τα καφέ-αμάν, τα πανηγύρια-παζάρια και οι γειτονιές της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης υπήρξαν οι ειδικοί χώροι αυτού του περάσματος.

Χαρακτηριστικά του «καφέ-αμάν» ήταν το πάλκο, οι μουσικές κομπανίες, μία ή δυο τραγουδίστριες και πολλοί χοροί. Το όνομα τους, «καφέ-αμάν», το πήραν από το γεγονός ότι εκεί τραγουδιόνταν αμανέδες. Ο αμανές, πάλι, έχει πάρει τ' όνομα του επειδή κατά τη διάρκεια του τραγουδιού ο τραγουδιστής λέει πολλές φορές τη λέξη «αμάν».

Αυτό γινόταν συχνά για να βρει τον καιρό να αυτοσχεδιάσει τους επόμενους στίχους του τραγουδιού. Αμάν, είναι τούρκικη λέξη που σημαίνει έλεος, αλλά μπορεί απλώς να σημαίνει αχ βαχ- συνήθως ο αμανές τραγουδιόταν χωρίς συνοδεία από μουσικά όργανα, ήταν δηλαδή ένα τραγουδιστικό σόλο. Η ποιητική του φόρμα είναι δυο επιγραμματικοί στίχοι και μιλά συνήθως για έναν μεγάλο καημό. Άλλες φορές αναφέρεται σ' αυτόν, γενικά, χωρίς να προσδιορίζει τον ειδικό λόγο που τον προκάλεσε. Άλλες φορές αναφέρει την αιτία, όπως μπορεί να είναι μια αρρώστια, ο θάνατος, η φτώχεια, η ξενιτιά, ο πόνος της αγάπης, η ζήλεια, ο χωρισμός. Άλλες φορές, πάλι, αναφέρεται στη δυστυχία που μπορεί να προκαλέσει η υποκρισία, η αχαριστία ή άλλα στοιχεία τον χαρα­κτήρα του ανθρώπου, που ενδέχεται να οδηγηθούν μέχρι και στην άρνηση για τη ζωή.

Οι μουσικές ρίζες του αμανέ ανάγονται στη βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική και σε αραβικά μουσικά «ομμάτια. Όλοι οι ρυθμοί που παίζονταν, τραγουδιόνταν ή χορεύονταν είχαν την καταγωγή τους στα δημοτικά τραγούδια, δηλαδή είχαν δημιουργηθεί μέσα από την καθημερινή πραγ­ματικότητα των ψαράδικων χωριών και των χωριών του βου­νού και του κάμπου και μετατρέπονταν και φιλτράρονταν καθώς εισέρχονταν μέσα στην καινούρια πραγματικότητα των λιμανιών-κέντρων της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης. Μερικοί απ' αυτούς τους δημοτικούς ρυθμούς και χορούς ήταν σλαβικής καταγωγής, όπως η καζάσκα, το αλέγκρο και οι χόρες. Άλλοι ήταν δημοτικοί χοροί και ρυθμοί της Μικράς Ασίας, της Θράκης και των νησιών του Αιγαίου, όπως ο καρσιλαμάς, ο συρτός, ο μπάλλος, ο ζεϊμπέκικος, ο χασάπικος και το τσιφτετέλι, που είναι αραβοπερσικής καταγωγής.

Ο χασάπικος ανάγεται στην εποχή του Βυζαντίου και θεωρείται ότι ήταν χορός των χασάπηδων, των μακελάρηδων χορευόταν από δύο ή τρία άτομα, συνήθως άντρες, που κρατιόνταν από τους ώμους.

Ο χασάπικος και ο ζεϊμπέκικος έγιναν αργότερα οι χαρακτηριστικοί χοροί του ρεμπέτικου στα πρώτα περιθωρια­κά του βήματα στον τεκέ ή στη φυλακή.

Ο ζεϊμπέκικος ήταν πολεμικός χορός μιας πολεμικής φυλής θρακικής καταγωγής με το όνομα ζεϊμπέκια. Τα ζεϊμπέκια δεν υπάκουαν στις τουρκικές αρχές και γι' αυτό οι τελευταίοι, για να τους έχουν κάτω από έναν ορισμένο έλεγχο, τους έδιναν μερικές εξουσίες, χρησιμοποιώντας τους σαν βοηθητικές ομάδες της Αστυνομίας. Αυτοί συχνά έκαναν κατάχρηση των εξουσιών που τους δίνονταν και έτσι ο Σουλτάνος κάποια φορά, το 1833, έστειλε στρατό και τους διέλυσε. Ο ζεϊμπέκικος στα καφε-αμάν χορευόταν αντικρυστός από δυο άντρες.

Τα μουσικά όργανα που χρησιμοποιούσαν οι κομπανίες που συναντούμε στα «καφέ-αμάν» και στα πανηγύρια-παζάρια ήταν: το ούτι, που θεωρείται το λαγούτο της Ανατολής, το βιολί, το ντέφι, το νέι ή ναι, που είναι ένα φλάουτο πολύ μακρύ, το κανονάκι, που είναι ένα τραπεζοειδές επίπεδο όργανο με 72 χορδές που παράγουν 24 νότες, το σαντούρι, ένα είδος ξυλόφωνου με τραπεζοειδή φόρμα κι αυτό, και το τουμπελέκι, που είναι ένα τύμπανο από πηλό, κλεισμένο από τη μια μεριά με δέρμα.

Ο κόσμος εδώ είχε κέφι και διάθεση να διασκεδάσει. Η Κωνσταντινούπολη και η Σμύρνη ήταν πόλεις όπου το χρήμα κινιόταν, είχε δουλειά για τους περισσότερους κατοίκους και επί πλέον δεν είχαν λάβει μέρος στην επανάσταση του 1821 και έτσι δεν είχαν υποστεί τις καταστροφές του πολέμου. Μπορούμε να πούμε πως στα πρώτα του βήματα το σμυρνέικο τραγούδι ήταν λαϊκό, ενώ το ρεμπέτικο ήταν περιθωριακό και, παρ' όλες τις κοινές μουσικές τους ρίζες, έκφραζαν διαφορετικά κοινωνικά στρώματα.


ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΔΙΣΚΟΙ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟΥ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ ΣΤΙΣ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ
 


Ένα ικανό κομμάτι του ελληνικού πληθυσμού ήταν Έλληνες μετανάστες στα διάφορα σημεία του ορίζοντα, κυρίως όμως στην Βαλκανική χερσόνησο και , Αμερική. Για τη βάση του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού ενδιαφέρει εδώ περισσότερο πληθυσμός των Ελλήνων μεταναστών στην Αμερική, που ανήκει στην τρίτη πληθυσμιακή κατηγορία που αναφέραμε.

Η μετανάστευση, λοιπόν, στην Αμερική αρχίζει ουσιαστικά μετά το 1890 και φτάνει στο απόγειο της στις αρχές 20ού αιώνα.

Σύμφωνα με τα ντοκουμέντα που μας δίνουν οι ελληνικές κρατικές υπηρεσίες στατιστικής, από το 1824 ως το 1889 , φαίνονται εγγεγραμμένοι 2.187 μετανάστες από την Ελλάδα για την Αμερική. Το 1900 το νούμερο έφτανε τις 3.711, το έφτασαν 36.580 μετανάστες Έλληνες στην Αμερική.

Το Ελληνικό Κράτος εκείνη την εποχή είχε 2.631.952κατοίκους. Επίσημα έγγραφα αποδεικνύουν ότι από το 1890 μέχρι το 1922 υπήρχαν στην Αμερική 400.000 μετανάστες Έλληνες. Αλλά αυτοί είναι αριθμοί που αναφέρονται στους Έλληνες που έφευγαν από την κυρίως Ελλάδα. Γιατί οι Έλληνες που ζούσαν στις περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας (Μικρά Ασία, Κωνσταντινούπολη, Κύπρο, νησιά του Αιγαίου), έφαναν στην Αμερική με διαφορετική εθνικότητα και γι' αυτούς δεν έχουμε συγκεκριμένα στοιχεία.

Επίσης η παράνομη μετανάστευση ήταν πολύ διαδεδομένη και είναι αδύνατο να υπολογιστεί το νούμερο των παράνομων νομών μεταναστών. Έτσι δεν είναι υπερβολική η υπόθεση ότι το νούμερο των Ελλήνων μεταναστών στην Αμερική εκεί την εποχή ξεπερνούσε κατά πολύ το μισό εκατομμύριο.

Οι μετανάστες προέρχονταν από όλα τα κοινωνικά στρώματα, αλλά στην πλειονότητα τους ήταν αγρότες, μι­κροεπαγγελματίες κάθε είδους, εργαζόμενοι όχι ειδικευμένοι με περιοδικές δουλείες. Στην Αμερική δούλευαν στην κατασκευή των σιδηροδρόμων, στα μεταλλεία και ορυχεία, στα μεγάλα εργοστάσια, ή έκαναν δουλειές κάθε είδους με πολύ χαμηλές αμοιβές και κάτω από συνθήκες πολύ δύσκο­λες. Οι Έλληνες μετανάστευαν στις Ηνωμένες Πολιτείες όχι νια να μείνουν εκεί για πάντα, αλλά για να κερδίσουν χρή­ματα και να μπορούν έτσι να γυρίσουν στο χωριό τους ή στην πόλη που γεννήθηκαν και να κάνουν μια δουλειά καλύτερη από εκείνη που έκαναν πριν να μεταναστεύσουν. Φυσικά πολλοί απ' αυτούς επέστρεφαν σε χειρότερη κατάσταση απ' αυτήν που βρίσκονταν πριν φύγουν. Ένας από τους τρόπους ξεσπάσματος, διασκέδασης, έκφρασης, ήταν η μουσική, ,τα τραγούδια τους. Η μουσική τους κληρονομιά, που ήταν ένας τρόπος διεξόδου από τις δύσκολες και άσχημες συνθήκες της ζωής τους στην ξενιτιά, ένας τρόπος βαθύς για επικοινωνία μεταξύ τους και ακόμη ένας τρόπος, δικός τους, ύπαρξης.

Οι πρώτες εγγραφές αυτής της μουσικής σε δίσκους έγιναν για πρώτη φορά στην Αμερική από τους οργανοπαίκτες που βρίσκονταν ανάμεσα στους μετανάστες Έλληνες από το 1910 μέχρι το 1934. Αλλά τα τραγούδια αυτά ανήκαν σε μια προφορική παράδοση πολύ πιο παλιά. Εκείνη την εποχή, όπως είναι γνωστό, για να εγγραφεί ένα τραγούδι σε δίσκο έπρεπε να έχει αγαπηθεί και να έχει καθιερωθεί σ' όλον τον κόσμο Αλλά επειδή ως εκείνη την εποχή η διάδοση των τραγουδιών ήταν προφορική, περνούσε πολύς καιρός ώσπου να σταθεροποιηθούν στη διάθεση και στη μνήμη του κόσμου. Είχαν, δηλαδή, περιόδους διάδοσης και ανάπτυξης πολύ αργές. Τα πρώτα τραγούδια που βγήκαν σε δίσκους ήταν τραγούδια που μεταδίδονταν από γενιά σε γενιά και οι δημιουργοί τους ήταν άγνωστοι. Είναι, λοιπόν, βάσιμη η υπόθέση ότι τα πρώτα τραγούδια, τα ηχογραφημένα σε δίσκους είχαν δημιουργηθεί πολύ πιο παλιά από το 1910. Μπορούμε να βάλουμε υποτιθέμενο χρόνο δημιουργίας τα τέλη του προηγούμενου αιώνα, τέλη του 1800 ή και πολύ πιο παλιά.

Η δισκογραφική εταιρία C.B.S. στον γενικό τίτλο Το ρεμπέτικο Τραγούδι περιλαμβάνει μια σειρά από δίσκους που ηχογραφήθηκαν στην Αμερική στις αρχές του αιώνα.

Οι εγγραφές αυτών των τραγουδιών έχουν γίνει επίσης από τις δισκογραφικές εταιρίες: columbia, victor, r.cj VICTOR, OKEH, QRTHOFONIC, METROPOLITAN, Β GRECOFON, NINA, LIBERTY, ELECTROPHON, KALIFON.

Η δε PANHELLENION RECORD είναι μια από τις πρώτες δισκογραφικές εταιρίες που γεννήθηκε από τη συνεργασία των Ελλήνων μουσικών και τραγουδιστών.

Δυστυχώς δεν έχουν ακόμα συμπληρωθεί πλήρεις κατάλόγοι των τραγουδιών που ηχογραφήθηκαν σε δίσκους εκείνη την εποχή (1910-1935), και αυτό φέρνει μεγάλες δυσκολίες για να βρει κανείς το ακριβές νούμερο. Αλλά θεωρώντας τις διάφορες σειρές δίσκων, μπορεί κανείς να φτάσει σε περιορισμένους αριθμούς. Παραδείγματος χάριν, οι σειρά των δίσκων της columbia στις Ηνωμένες Πολιτείες από το 1910-1935 περιλαμβάνουν περίπου 4.000-5.000 δίσκους με ελληνικά τραγούδια όλων των τύπων (δημοτικά, ελαφρά, ρεμπέτικα και άλλα). Από τις στατιστικές που έχουν δοθεί βλέπούμε ότι το 30%, δηλαδή περίπου 1.000-1.300 είναι δίσκοι ρεμπέτικου τραγουδιού. Από τις άλλες δισκογραφικές εταιρείες έχουμε περίπου 1.000 δίσκους ρεμπέτικους. Σύνολο, έχουμε με πάνω από 2.000 ρεμπέτικα τραγούδια ηχογραφημένα δίσκους στην Αμερική.

Η αξία τους σαν ντοκουμέντα είναι μεγάλη, γιατί σ' αυτό τους πρώτους δίσκους φαίνονται καθαρά οι επιδράσεις και οι μουσικές ρίζες του ρεμπέτικου. Επιδράσεις από την τούρκικη δημοτική μουσική, από την ελληνική δημοτική μουσική νησιών του Αιγαίου και της Μικράς Ασίας, της Βυζαντινής Εκκλησιαστικής μουσικής και των αραβικών ρυθμών και μουσικών κομματιών. Σε ορισμένα τραγούδια, επίσης, είναι φα­νερή η σύνθεση από όλες αυτές τις μουσικές επιδράσεις, που δημιουργούν και σχηματοποιούν το ιδιαίτερο χρώμα και τον χαρακτηριστικό ρυθμό του πρώτου «ρεμπέτικου».

Σύμφωνα με τους μουσικολόγους C. Sachs, B. Nethl, P. Collaer, Mahmut R. Gazimihal, Παπαϊωάννου, Δραγούμη, Μυλωνά, Ανωγιαννάκη και Λάβδα, η μουσική των Βυζαντι­νών, η ελληνική δημοτική μουσική και το ελληνικό λαϊκό τραγούδι της πόλης ανήκουν στον μεγάλο ανατολικό μουσι­κό χώρο μαζί με την αραβική, την περσική και την ινδική μουσική. Παρ' όλες τις μεγάλες διαφορές κουλτούρας, ιστο­ρίας, γεωγραφικής θέσης και κοινωνικών συνθηκών που χω­ρίζουν αυτούς τους λαούς, υπάρχουν βασικοί μουσικοί κανό­νες και μουσικές δομές που ενώνουν τη μουσική έκφραση σε μια μεγάλη ενότητα, πολύ διαφορετική από τη δυτική μουσι­κή ενότητα, από τον δυτικό μουσικό χώρο.

Γι' αυτούς τους βασικούς κανόνες, γι' αυτές τις μουσικές δομές, χρησιμοποιείται μεταξύ των Βυζαντινών ο όρος «ήχος», μεταξύ των Αράβων ο όρος «μακαμ», μεταξύ των Περσών ο όρος «περντέ», για τους Ινδούς ο όρος «ράγλας» και για τους μουσικούς του ρεμπέτικου ο όρος «δρόμος» και ο όρος «μακάμ» όπου χρησιμοποιούν τον ίδιο όρο με τους Άραβες (τον ίδιο όρο, επίσης, χρησιμοποιούν και οι Τούρκοι). Η λέξη «δρόμος» έχει την έννοια «μουσικός δρόμος». «Μακάμ» είναι αραβική λέξη που σημαίνει μουσική φόρμα, ένα σύνολο από νότες που αποτελεί τη μουσική βάση, το μουσικό καμβά ή φόντο, επάνω στον οποίο μπορεί να δημιουργη­θεί ένα τραγούδι ή ένας μουσικός αυτοσχεδιαστικός ρυθμός.

Αυτές οι μουσικές φόρμες, αυτοί οι μουσικοί «δρόμοι» δεν αντιπροσωπεύουν όρους καθαρά τεχνικούς, αλλά είναι συν­δεδεμένοι με τον τρόπο εκτέλεσης κάθε τραγουδιού ή κάθε μουσικού αυτοσχεδιασμού, με αυτό που το τραγούδι ή το μουσικό θέμα θέλει να εκφράσει, με την εποχή του χρόνου και τη συγκεκριμένη ώρα της μέρας, κατά την διάρκεια της οποίας το ανάλογο τραγούδι ή ο μουσικός αυτοσχεδιασμός. Επίσης οι μουσικοί «δρόμοι», «ήχοι» ή «μακάμ» μπορεί να είναι συνδεδεμένοι με μαγικά ή θρησκευτικά σύμβολα και σημεία με διάφορες λατρείες θρησκευτικές ή μαγικές ή με το μουσικό κλίμα που αυτές θέλουν να δημιουργήσουν. Πολλά από αυτά τα χαρακτηριστικά και τους κανόνες μπορούν να βρεθούν στις βυζαντινές μουσικές φόρμες και ειδικά όταν θεωρείται ο θρησκευτικός χαρακτήρας της βυζαντινής μουσικής και οι αυστηροί του κανόνες στον τρόπο εκτέλεσης της ψαλμωδίας κατά τη διάρκεια της λειτουργίας και στις διαφοροποιήσεις των «ήχων» στις διάφορες θρησκευτικές γιορτές.

Εκτός από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τους ιδιαίτερους κανόνες και τη χρήση των διαφόρων μουσικών σχημάτων, πολλά αραβικά μακάμ, βυζαντινοί ήχοι και περσικά περντέ είναι μουσικά ταυτόσημα, με διαφορετικά οπωσδήποτε ονόματα στις διαφορετικές γλώσσες: αραβική, περσική ή ελληνική.

Οι δρόμοι, ή μακάμ, που χρησιμοποιήθηκαν στο ρεμπέτικο, είναι περίπου 12, με τις παρακάτω ονομασίες:


Hicaz: που είναι το όνομα μιας περιοχής στα παράλια της Ερυθράς θάλασσας, που διετέλεσε υπό τουρκική κατοχή.
Kiirdi: που είναι το όνομα της γης των Κούρδων.
Nihavent, Nisabyrek, Nikriz: που είναι ονόματα από διάφορες αχτε'ς.
Irak: από το όνομα της χώρας του Ιράκ.
Ispahan: από το όνομα της αρχαίας περσικής πρωτεύουσας.
Sabah; που σημαίνει πρωινό.
Ussak: που σημαίνει εραστές.
Hisar. που σημαίνει φρούριο, κάστρο.
Huseyni: που σημαίνει καλός νέος.
Rast: που σημαίνει σωστός, δίκαιος.
Niyaz: που σημαίνει ικεσία, παράκληση.
Beyali ή Bayati: από το όνομα της φυλής των Bayat.


Πολλά από τα παραπάνω μακάμ μπορούμε να τα βρούμε, με άλλα ονόματα, μεταξύ των οκτώ βυζαντινών ήχων: τέσσερις «κύριοι» και τέσσερις «πλάγιοι» και άλλες μορφές ήχων, μικτές, από συνδυασμούς αυτών. Τα τραγούδια, τα ηχογραφημένα σε δίσκους στην Αμερική την περίοδο 1910-1935, μπορούν να χωριστούν σε τρεις κατηγορίες, σύμφωνα με το θέμα, το ρυθμό, την καταγωγή και την προέλευση τους. Δημοτικά τραγούδια των νησιών του Αιγαίου και των παραλίων της Μικράς Ασίας: αυτά είναι πιο χαρούμενα και μιλάνε κυρίως για τη ζωή των ψαράδων, για τα ταξίδια τους, τις φουρτούνες που συναντούσαν και τις αγάπες τους. Τα λαϊκά τραγούδια των πόλεων, δημιουργημένα και τραγουδισμένα στα καφέ-αμάν, στα πανηγύρια-παζάρια και τις γειτονιές της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης, που μιλάνε για την σχετικά άνετη ζωή που ζούσε ο κόσμος εκεί.

Ο τρίτος τύπος των τραγουδιών είναι μελαγχολικός και βαρύς, γιατί αναφέρεται στη ζωή των υποαπασχολούμενων και περιθωριακών ανθρώπων στον Πειραιά που ήταν, όπως είπαμε, το πρωτεύον λιμάνι του νέου Ελληνικού Κράτους. Τα θέματα των τραγουδιών αυτών έχουν να κάνουν με το χασίσι, το κυνηγητό από την Αστυνομία, τη φυλακή, την ανεργία, τον τρόπο ζωής, τους ανταγωνισμούς και τους καυγάδες που ξεσπάγανε μεταξύ τους.

...συνέχεια

 

 

Design by Κ.Χ
Coryrighted© 2005 http://www.rempetika.com